Ορθόδοξες ανθοδέσμες 14



Hiroyuki Tagawa - (Αμερικανός ηθοποιός Ιαπωνικής καταγωγής, δάσκαλος πολεμικών τεχνών):

"Η επιλογή μου είναι η Ορθοδοξία! "

"Τα βάθη που βρήκα στην Ορθόδοξη Πίστη δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. "

Δεν είναι εύκολο να γίνεις Ορθόδοξος Χριστιανός, δεδομένης του πόσες θρησκευτικές συγκρούσεις υπάρχουν στον κόσμο. Όποιες προκλήσεις κι αν έρθουν στο δρόμο μου, τις παίρνω

σαν αληθινός Ιάπωνας πολεμιστής. Δεν φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι να είμαι ανάξιος της αγάπης του Θεού".


<>




«Ὅταν ὁ Ἅγ. Γέροντας Ἰάκωβος Βαλοδῆμος τῆς Βίτσας Ζαγορίου ἔφθασε στίς Καρυές, στό 19ο χιλιόμετρο τοῦ δρόμου Ἰωαννίνων-Κόνιτσας, συνάντησε μιά γερμανική περίπολο. Οἱ Γερμανοί τοῦ ἔκαναν νεῦμα νά σταματήση, μά ἐκεῖνος ἀπορροφημένος ἀπ᾽ τήν προσευχή καί βρισκόμενος σέ ὑψηλές πνευματικές ἐπάλξεις ἐπικοινωνίας μέ τόν Κύριό μας, δέν κατάλαβε καί συνέχισε ψάλλοντας. Ἦταν ἡ ὥρα τοῦ Ἐσπερινοῦ, τοῦ ἱλαροῦ φωτός τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, καί ὁ Γέροντας παρακαλοῦσε μέ ἔμφασι τόν Κύριο νά ἀκούση τήν προσευχή του λέγοντας τόν ἐπίκαιρο τοῦ Ἐσπερινοῦ Ψαλμό: “Κύριε, ἐκέκραξα πρός Σέ εἰσάκουσόν μου, εἰσάκουσόν μου, Κύριε, Κύριε, ἐκέκραξα πρό Σέ εἰσάκουσόν μου, πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου. Ἐν τῷ κεκραγέναι με πρός Σέ, εἰσάκουσόν μου, Κύριε”(Ψ 140, 1). Τότε οἱ Γερμανοί ἄνοιξαν πῦρ ἐναντίον του. Ὁ π. Ἰάκωβος σταμάτησε, ὅταν ἄκουσε τίς σφαῖρες νά περνοῦν δίπλα του καί σηκώνοντας τά χέρια πρός τόν οὐρανό συνέχισε νά προσεύχεται. Οἱ Γερμανοί στρατιῶτες πού εἶδαν, ὅτι δέν σκοτώθηκε τόν πλησίασαν καί ἔμειναν ἔκθαμβοι, ὅταν τόν εἶδαν σῶο κάι ἀβλαβῆ καί κάνοντάς του νεύματα τόν ἄφησαν νά περάση, χωρίς νά τόν ἐνοχλήσουν»(MX, 96).



<>



« —Νά καθήσω, παιδιά μου, νά σᾶς ἐξομολογήσω καί νά σᾶς λειτουργήσω, γιά νά μεταλάβετε;, [εἶπε ὁ ὁ Ἅγ. Γέροντας Ἰάκωβος Βαλοδῆμος τῆς Βίτσας Ζαγορίου στούς στρατιῶτες].

—Ναί, Παππούλη, ἀπάντησαν ὅλοι συνεπαρμένοι ἀπ᾽ τό ἐξαίσιο θαῦμα [της σωτηρίας του ἀπ᾽ τίς παγιδευμένες χειρομβοβίδες οἱ ὁποῖες ἐξεράγησσαν].

Τή μοναδική αὐτή εὐκαιρία δέν τήν ἄφησε νά πάη χαμένη ὁ Γέροντας. Ἡ διαρκής μέριμνά του ἦταν ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Γι᾽ αὐτό καί πάντοτε εἶχε μαζί του ἕνα παλαιό πετραχήλι. Τό ἔβγαλε, κάθησε σέ μία πέτρα κάτω ἀπό ἕνα δέντρο καί παρά τό κρύο τοῦ χειμῶνος ἐξομολογοῦσε ἕνα-ἕνα τούς στρατιῶτες.

Ὁ πονηρός, ὅμως, θέλησε νά ταράξη τήν ὄμορφη, κατανυκτική, γεμάτη ἀπό εὐλάβεια αὐτή στιγμή. Ἕνας λοχίας, πού ἦταν δάσκαλος στήν πολιτική του ζωή, προσπαθοῦσε νά ἐμποδίση τούς στρατιῶτες νά ἐξομολογηθοῦν. Ὁ π. Ἰάκωβος πού τόν ἄκουσε, τόν προέτρεψε νά ἐξομολογηθῆ καί αὐτός, μά ὁ λοχίας ἦταν τελείως ἀρνητικός. Καί ὄχι μόνο δέν δέχθηκε τήν πρότασι τοῦ Γέροντος, ἀλλά καί παίρνοντας ἐπιδεικτικά μερικούς ἄντρες, πῆγε πιό πέρα στό δάσος, νά μαζέψη ξύλα. Ἐκεῖ, ὅμως, καθώς ἀνέβηκε πάνω σ᾽ ἕνα δέντρο, γιά νά κόψη μερικά κλωνάρια ἔσπασε ἕνα ἀπό αὐτά καί πέφτοντας κάτω τόν καταπλάκωσε καί τόν σκότωσε. Μετά ἀπό αὐτό τό τραγικό συμβάν δέν ἔμεινε στρατιώτης ἀνεξομολόγητος. Ὁ Γέροντας, ὅμως, καί γι᾽ αὐτοῦ τήν ψυχή προσευχήθηκε καί μάλιστα ὁ ἴδιος ἔψαλε καί τήν ἐξόδιο ἀκολουθία του»(MX, 99).



<>



Ὅσ. Παΐσιος Ἁγιορείτης: «Ἐλέγχοντας τό κακό, δέν βγαίνει τίποτε. Παρουσιάζοντας ὅμως τό καλό, ἐλέγχεται ἀπό μόνο του τό κακό. Μόνο μέ καλά παραδείγματα ἐλέγχονται ὅσοι ἔκαναν μόδα τήν ἁμαρτία!»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).




<>


Ὅσ. Παΐσιος Ἁγιορείτης: «Στήν ἑορτή, γιά νά νιώση κανείς τό γεγονός, δέν πρέπει νά δουλεύει. Μᾶς δίνεται εὐκαιρία νά ξεκουραστοῦμε λίγο, νά μελετήσουμε καί νά προσευχηθοῦμε. Θά ἔρθη ἕνας καλός λογισμός, θά ἐξετάσουμε τόν ἑαυτό μας, θά ποῦμε λίγο τήν εὐχή καί θά νιώσουμε ἔτσι κάτι ἀπ᾽ τό θεῖο γεγονός τῆς ἡμέρας»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).




<>



Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Ὁ Θεός θά παραμείνη τό ἴδιο μέγας, εἴτε Τόν μεγαλύνουμε, εἴτε Τόν ὑποτιμοῦμε.

Ὁ Θεός θά λάμπη, ὅσο σκοτάδι κι ἄν ρίξουμε στό ὄνομά Του.

Ὁ Θεός θά ὑπάρχη, ἀκόμα καί ἄν ὅλη ἡ γῆ, ἄνθρωποι καί κρατῆρες ἡφαιστείων, οὐρλιάζουν: “Δέν ὑπάρχεις, Θεέ!”»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).




<>



Ὅσ. Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου: «Ὅπως ὅλα τά κράτη τά ξεχωρίζουμε ἀπ᾽ τίς σημαῖες τους, ἔτσι καί τόν πραγματικό Χριστιανό τόν ξεχωρίζει κανείς ἀπ᾽ τήν ταπεινοφροσύνη»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).




<>


Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς: «Θεέ μου. Σέ ἔψαχνα παντοῦ καί ἤσουν μέσα μου... Κι ἐγώ ἤμουν ἔξω ἀπ᾽ τόν ἑαυτό μου...»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).




<>



Ὅσ. Παΐσιος Ἁγιορείτης: «Καλοί εἶναι οἱ γονεῖς πού γεννοῦν πολλά παιδιά καί γίνονται πολύτεκνοι, ἀλλά καλύτεροι εἶναι οἱ σωστοί ἐκπαιδευτικοί, πού ἀναγεννοῦν τοῦ κόσμου τά παιδιά καί γίνονται ὑπερ-πολύτεκνοι! Δίνουν ἀναγεννημένους ἀνθρώπους στήν κοινωνία, καί ἔτσι γίνεται καλύτερη»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).




<>


Γέροντας Θεόφιλος Ζησόπουλος: «Ἐπί τοῦ Σταυροῦ ψυχορραγεῖ ὁ Θεάνθρωπος, δίνοντας, μέ τά πικραμένα Του χείλη, τρία ὕψιστα ἀγαθά, τρία διδάγματα.

Πιστεύετε! Τί νά πιστεύουμε; Ὅ,τι πίστευσαν γενεές γενεῶν.

Ἐλπίζετε! Θά σταυρωθοῦμε, ἀλλά καί θά δικαιωθοῦμε.

Ἀγαπᾶτε! Ἐπάνω στό Σταυρό ὁ Ἰησοῦς ἔγραψε μέ τό αἵμα Του τή λέξι ἀγάπη»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).

Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com

<>



Ἀφηγεῖται ἡ Στέλλα Λουβιᾶ: «Κάποια μέρα [Κύπρος 1974, εἰσβολή τῶν Τούρκων], καθώς πήγαινε ὡς συνήθως στό ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας, μόλις φάνηκε μπροστά της τό ἐξωκκλήσι, ἔπεσε πάνω σέ μιά στρατιωτική περίπολο. Ἦταν κάμμιά τριανταριά στρατιῶτες, μέ τόν ἀξιωματικό τους, χωρίς σκουφάκια, μέ τίς φανελίτσες νά κάνουν τροχάδην μέσα σ᾽ ἐκείνη τή ζέστη. Τά κορμιά τους, σάν δράκοι, γυάλιζαν ἀπ᾽ τόν ἰδρῶτα, καί τῆς ἔδινε ἡ σιχαμερή τσίκνα τῶν ροῦχων τους. Ἔψαλλαν τά ἐμβατήριά τους, “γιασσιασίν Ἐτζιεβίτ, γιακαστίν Μακάριος” καί ἔτριζαν τά δόντια τους τήν ὥρα κατά τήν ὁποία περνοῦσαν ἀπό κοντά της. Ἡ Δέσποινα ἔτρεμε. Κόλλησε πάνω στόν τοῖχο τῆς Παναγίας, ἔγινε ἕνα μέ αὐτόν. Ὁ ἀξιωματικός κάτι τούς διέταξε, καί αὐτοί τράβηξαν τούς σουγιάδες ἀπ᾽ τήν ζώνη τους καί τούς δάγκωσαν κρατώντας τους μέ τά δοντια. Κοντοστάθηκαν καί τήν στραβοκοίταζαν. Ὁ ὑπεύθυνός τους κάτι τούς εἶπε χαριεντίζοντας, καί ὄλοι τους μαζί ἔβαλαν τά χάχανα σάν δαίμονες.

Ξαφνικά, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησίας ἀνοίγει μέ φόρα, τά θυρόφυλλα χτυπᾶνε δυνατά στόν τοῖχο καί πᾶνε πέρα δῶθε. Ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικός μέ τά ἄσπρα σάν βαμβάκι μαλλιά. Κατέβηκε ἕνα-ἕνα τά σκαλιά τῆς ἐκκλησίας. Οἱ στρατιῶτες πέτρωσαν, ὁ δικός τους ἀξιωματικός στάθηκε προσοχή καί χαιρετοῦσε χωρίς νά τολμᾶ νά ρίξη τό βλέμμα του ἐπάνω του. Ὁ μεγάλος ἀξιωματικός τούς εἶπε δυό λόγια καί τούς ἔνεψε μέ τό χέρι νά φύγουν. Ἡ Δέσποινα δέν μποροῦσε οὔτε τά σκαλιά νά ἀνέβη. Ἔτρεμαν τά πόδια της.

—Τεσσιεκούρ, εἶπε ξεψυχισμένα, θέλοντας νά εὐχαριστήση τόν ἀξιωματικό.

Διότι, ἄν δέν ἐμφανιζόταν ἐκεῖ, ὁ Θεός ξέρει τί μπορεῖ νά συνέβαινε. Ὅταν γύρισε ἀπ᾽ τήν ἄλλη γιά νά φύγη, ἀκούει πίσω της τή φωνή του νά τῆς λέη:

—Νά πᾶς στό καλό.

Τόν ἔνοιωσε κοντά της. Καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία γύρισε νά τόν δῆ ἐκεῖνος ξεκούμπωσε πρῶτα τό σακάκι του, ἔπειτα τό πουκάμισό του καί τῆς ἔδειξε μία λεπτή ἁλυσσίδα. Στήν ἄκρη της γυάλιζε ἕνα χρυσό σταυρουδάκι, τό ὁποῖο ἡ Δέσποινα μόλις πού πρόλαβε νά ξεχωρίση. Ἐκεῖνος τότε τήν κοιτάζει στά μάτια (γιά νά σιγουρευτῆ ὅτι τόν βλέπει), σκύβει, φιλᾶ τό σταυρό του καί τόν κρύβει γρήγορα-γρήγορα μέσα στό πουκάμισό του, κουμπώνεται καί φεύγει ἀνηφορίζοντας. Ἡ Δέσποινα ἔκανε τό σταυρό της καί ἔφυγε ἀπ᾽ τήν ἄλλη μεριά τρέχοντας.

Ὅποιος κι ἄν ἦταν ἐκεῖνος ὁ Τοῦρκος, ἄν μποροῦμε νά τόν ὀνομάσουμε ἔτσι, ἀφοῦ φοροῦσε σταυρό, ὁ Θεός τῆς τόν ἔστειλε ἐκείνη τήν ὥρα τῆς δοκιμασίας της. Ποιός ξέρει τί σκοπούς εἶχαν ἐκεῖνοι πού τήν εἶχαν κόψει μόνη της, Χριστιανή γυναῖκα μέσ᾽ τόν Τουρκομαχαλλᾶ! Ἡ Παναγία νά τόν φυλάη, καί τό καλό πού τῆς ἔκανε ἀπ᾽ τό Θεό νά τό βρῆ, ὅποιος κι ἄν ἦταν!»(ΜΜ, 253).


<>



Ἅγ. Νεκτάριος τῆς Αἴγινας: «Ἡ πρωϊνή προσευχή γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ὄπως ἀκριβῶς ἡ πρωϊνή δροσιά στά φυτά. Ὅποιος προσεύχεται στό Θεό τό πρωΐ, μέ τήν πρέπουσα προσοχή καί εὐλάβεια, εἶναι χαρούμενος καί εἰρηνικός ὅλη τήν ὑπόλοιπη ἡμέρα. Ὁ νοῦς εἶναι ἀπασχολημένος ὅλη τήν ἡμέρα μ᾽ αὐτό τό ὁποῖο ἔζησε τό πρωΐ στήν προσευχή του»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).

<>



«Φόβος εἶναι “Τί θά γινόταν ἄν”.

Πίστι εἶναι “Ἀκόμα κι ἄν”»(Ιnternet).


<>







«Ὁ Ἅγ. Νεκτάριος μιλοῦσε κάποτε μέ τόν Ἅγ. Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμφανίστηκε. Καί πῆγε ἡ ἀδελφή, ἡ ὁποία τόν διακονοῦσε, νά τοῦ πῆ, ὅτι τόν ζητοῦν.

Καί ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί εἶδε ἕνα στρατιωτικό, ὁ ὁποῖος ἔλαμπε μέσα στό χρυσάφι καί συνομιλοῦσε μέ τόν Ἅγ. Νεκτάριο!

Καί γύρισε ἡ ἀδελφή πίσω σέ ἐκεῖνον πού ζητοῦσε τόν Ἅγ. Νεκτάριο καί τοῦ εἶπε:

—Συνομιλεῖ σέ κάποιον στρατιωτικό. Περίμενε...

Πέρασε μία ὥρα, πέρασαν δύο ὧρες καί στό τέλος πῆγε γιά νά δῆ τί γίνεται. Καί ἐκείνη τή στιγμή εἶδε τόν Ἅγ. Νεκτάριο νά εἶναι μόνος του.

Καί τοῦ λέει:

—Γέροντά μου, ποιός ἦταν αὐτός πού ἦταν ντυμένος μέσα στό χρυσάφι καί ἔλαμπε; Ποιός στρατιωτικός ἦταν; Ποιός ἀξιωματικός ἦταν;

—Μή μιλήσεις τίποτε, τῆς λέει, μέχρι νά πεθάνω. Ἦταν ὁ Ἅγ. Μηνᾶς, ἀδελφή μου!»(ΑΠ, 47).



<>




«Ἀναφέρει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ὅτι στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ὑπῆρχε ἕνας μοναχός ἀσκητής, ὁ ὁποῖος εἶχε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας καί τήν προσκυνοῦσε, ὄχι νά κάνη ὑπόκλισι, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς σήμερα. Τήν προσκυνοῦσε τήν εἰκόνα καί μετέβαινε ὁ νοῦς του στήν Παναγία μας.

Τόν φθόνησε ὁ διάβολος καί τοῦ ἔβαλε πειρασμό φοβερό! Τοῦ παρουσιάστηκε ὁ διάβολος καί τοῦ λέει:

—Ἄκουσε, ἄν μοῦ δώσης ὅρκο, ὅτι δέν θά προσκυνήσης τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, δέν θά σέ πειράξω ξανά...

—Δίνω ὅρκο!, τοῦ εἶπε ὁ ἀσκητής.

Ἔτσι τόν ἄφησε ὁ διάβολος ἐλεύθερο.

Ἐκεῖνος, ὅμως, ὁ ἀσκητής μετέβη στά Ἱεροσόλυμα καί ἐξομολογήθηκε τό ἁμάρτημά του.

Καί τοῦ εἶπε ὁ πνευματικός του:

—Σοῦ συμφέρει νά ἁμαρτήσης μέ ὅλες τίς γυναῖκες πού ἔχουν τά Ἱεροσόλυμα, παρά νά μήν προσκυνήσης τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας!

Καί ἐπέστρεψε πίσω ὁ ἀσκητής καί ἔπεσε γονατιστός στά γόνατα καί προσκυνοῦσε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας.

Καί παρουσιάστηκε ὁ διάβολος καί τοῦ εἶπε:

—Εἶσαι παραβάτης τοῦ ὅρκου! Θά σέ δικάση ὁ Θεός!

Καί ὁ ἀσκητής σήκωσε τό χέρι του, τύπωσε τόν Τ. Σταυρό ἐπάνω του καί λέει:

—Θά εἶμαι παραβάτης σέ σένα καί ὄχι στό Θεό! Ἐγώ θά προσκυνῶ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας.

Καί ἐξαφανίστηκε ὁ διάβολος»(ΑΠ, 56).



<>



π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Μέ κάλεσε κάποιος εὐσεβής ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν εἶχε γνώσι περί τῶν πραγμάτων καί μοῦ εἶπε:

—π. Σάββα θά ἔρθης νά μοῦ κάνης ἁγιασμό στό σπίτι μου, γιατί θά βάλω θεμέλια;

—Νά ἔρθω παιδάκι μου...

Ὅταν πῆγα καί ἔφθασα ἐκεῖ, ἐκείνη τή στιγμή συναντήθηκα μέ κάποιον οἰκεῖο ἀπ᾽ τό σπίτι καί ἔφερνε ἕνα κόκορα.

—Παιδάκι μου, τοῦ λέω, τί εἶναι αὐτό;

—Γιά νά τόν σφάξω...

—Νά σοῦ πῶ: θέλεις τό Χριστό ἤ τόν κόκορα;

—Ὄχι τό Χριστό!

—Ἄν θέλης τό Χριστό, δέν θά σφάξης τόν κόκορα.

—Διότι ἐγώ ἦρθα νά κάνω ἁγιασμό. Ἐσύ ἔρχεσαι νά θυσιάσης τόν κόκορα μέ τό αἷμα του. Καί αὐτά τά δύο δέν συμβαδίζουν.

Καί ἀνέλυσα ὅλα τά γεγονότα (ὅτι τό σφάξιμο τοῦ κόκορα εἶναι εἰδωλολατρικό κατάλοιπο) καί ἔμεινε ὁ κόσμος εὐχαριστημένος καί λέει:

—Πρώτη φορά τά ἀκοῦμε, π. Σάββα, αὐτά τά πράγματα»(ΑΠ, 64).

Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com

<>



π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Μιά Κυριακή ἦρθε μία μητέρα μέ τό παιδάκι της, κοριτσάκι, τό ὁποῖο πρέπει νά ἦταν 6 μέ 7 ἐτῶν. Τό ἔφερε μέ τό παντελόνι καί γυμνό σχεδόν.

Καί λέω:

—Παιδάκι μου, ποῦ εἶναι τό φουστανάκι σου καί τό μπλουζάκι σου;

Καί ἐκείνη τή στιγμή, ξέρετε τί εἶχε συμβεῖ;

Ὑπῆρχε μία ἄγνωστη, ἀλλά μεγάλη σέ ἡλικία γυναῖκα καί τί γύρισε νά μοῦ πῆ;

—Αἴ, δέν πειράζει, μικρό μωρό εἶναι... τί πειράζει;

—Κυρία μου, τῆς λέω, σέ ρώτησε ἐσένα κανένας; Πῶς λαμβάνεις τώρα “δικηγόρος” τοῦ παιδιοῦ;

Συμβουλεύει ὁ ἱερέας, τό μωρό μένει καί ἀκούει τόν ἱερέα καί πετάγεται ἡ κυρία νά μοῦ πῆ: “δέν πειράζει μικρό μωρό εἶναι...”.

Δηλαδή τό μικρό μωρό, πρέπει ὁπωσδήποτε νά τό ἀφήσουμε νά στραβώση τό δεντράκι, νά μήν πάη ἴσια;

Ὅταν τό μικρό τό μωρό τό ὁδηγήσης ἀκριβῶς στραβά στό δρόμο, στραβά θά μεγαλώση καί στραβά θά πάη. Ἄν ἀπό μικρή ἡλικία τοῦ διδάξει ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, ὁ δάσκαλος καί ὁ ἱερέας —διότι αὐτά εἶναι τά μεγάλα πρόσωπα τῆς κοινωνίας, τά ὁποῖα κρατοῦν τήν κοινωνία— λάθος, ποῦ θά πάη αὐτή ἡ κοινωνία;

Ποῦ θά καταντήση;...»(ΑΠ, 72).


<>




π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Συζητοῦσα μέ ἕνα πνευματικό μου παιδί κάι μοῦ λέη: “Μέ ἔπιασε ἡ ἀστυνομία, διότι εἶχα κάνει ἕνα παράπτωμα μέ τό αὐτοκίνητο. Ἔτρεχα πολύ...

Ὅταν μέ ἔπιασε ἡ ἀστυνομία, μοῦ λέει:

—Γιατί τρέχεις;

—Τρέχω, γιατί ἔχω νά κάνω αὐτό τό πράγμα.

—Ἐπειδή μοῦ εἶπες τήν ἀλήθεια, πήγαινε στό καλό καί ἄλλη φορά μήν τρέχεις”.

Ἄν τοῦ ἔλεγε:

—Ἐγώ ἔτρεχα; Ποῦ μέ εἶδες; Δέν ἔτρεχα...

Τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός θά ἔπεφτε στήν ἐνοχή.

Γι᾽ αὐτό νά ὁμολογοῦμε τήν πράξι μας, τήν ἐνοχή μας, τήν ἀλήθεια, γιατί αὐτό εἶναι εὐκαιρία σωτηρίας... »(ΑΠ, 87).



<>




π. Σάββας Ἁχιλλέως: «Ἄς ὑποθέσουμε, ἀδελφοί μου, ὅτι τό νερό τῶν θαλασσῶν εἶναι γλυκύ, δέν εἶναι ἁλμυρό. Καί οἱ βρύσες καί οἱ ποταμοί πού τρέχουν, ἔχουν γλυκό νερό. Καί ἄς ὑποθέσουμε, ὅτι ἔπεφτε μιά σταμαγματιά νεροῦ πού θά πίκρανε σέ μία στιγμή τό νερό, ὁλόκληρων τῶν θαλασσῶν, τῶν ὠκεανῶν, τά νερά ἀπ᾽ τίς βρύσεις καί τούς ποταμούς.

Τί εἴδους πικράδα θά ἦταν ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπεσε, ἐκείνη ἡ σταγόνα πού ἔπεσε μέσα σέ ἐκεῖνο τό νερό καί πίκρανε τόσο πολύ, πού δέν μπορεῖς νά τό βάλης στό στόμα σου;

Ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη εἶναι ἡ πικράδα πού ἔχει ἡ ἁμαρτία! Ἡ πίκρα τήν ὁποία ἔχη ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀσυγκρίτως πιό πικρή ἀπό αὐτή τήν πίκρα τήν ὁποία εἴδαμε μία εἰκόνα»(ΑΠ, 90).



<>




«Ἕνας νεαρός εἶχε μιά φιλενάδα, ἡ ὁποία ἔμεινε ἔγκυος. Καί τήν ὁδηγεῖ στό “σφαγεῖο”, γιά νά σφάξη τό παράνομο βέβαια παιδί του, ὁ “σφαγέας” ἰατρός.

Ἔκανε, λοιπόν, ἔκτρωσι ἡ φιλενάδα του καί ἐπιστρέφουν γιά νά βρεθοῦν σ᾽ ἕνα party, στό ὁποῖο τούς εἶχαν καλέσει. Διέπραξαν τό φόνο, πῆγαν στό party, πού ἦταν ὁ χορός καί ἀρχίζουν νά χορεύουν, σάν νά εἶχαν διαπράξει τή μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη στόν κόσμο αὐτό. Πλήν, ὅμως, ὅπως χόρευε αὐτή ἡ κόρη, ἔπεσε καί πέθανε.

Στήν προκειμένη περίπτωσι ἴσχυσε αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τό πιό εὔκολο πράγμα εἶναι νά κάνης τήν ἁμαρτία καί τό πιό δύσκολο εἶναι ἡ μετάνοιά της. Νά μετανοήσης γιά τήν ἁμαρτία σου... Εὔκολα πράττεις τήν ἁμαρτία, δύσκολα ὅμως μετανοεῖς γι᾽ αὐτή...»(ΑΠ, 93).

Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com

<>



«Κάποιος νεαρός Ἄγγλος, θέλησε νά ἑορτάση τά εἰκοστά γενέθλιά του, στόν ποταμό Τάμεση τῆς Ἀγγλίας.

Κάλεσε 150 φίλους καί πῆγε καί ναύλωσε εἰδικό πλοῖο, τό ὁποῖο μετέτρεψε σέ discotheque.

Μέσα σ᾽ αὐτό τό πλοῖο πού ἔπλεε στόν Τάμεση, ἔτρωγαν, ἔπιναν, ἀσχημονοῦσαν, χόρευαν καί μετατράπηκε τό  πλοῖο αὐτό σέ ἐπίγεια κόλασι.

Ξαφνικά, ὅμως, ἐκεῖ πάνω στό χορό καί τήν ἁμαρτία —ἐφόσον ἔδιωξαν τό Θεό— ἀκαριαίως, χωρίς κανείς νά τό ἀντιληφθῆ, χτύπησε τό πλοῖο μέ ἕνα ἄλλο μεγαλύτερο πλοῖο, μέ ἀποτέλεσμα τό πλοῖο πού εἶχε μετατραπεῖ σέ κόλασι, βυθίστηκε ἑνός δευτερολέπτων αὔτανδρο!

Δέν μπόρεσε δηλ. νά ἀντιδράση, νά κινηθῆ κανείς καί ἔπεσαν μέσα στό βυθό τοῦ ποταμοῦ καί τῶν ὑδάτων, πάνω στήν ἁμαρτία.

Ἀποτέλεσμα: 63 πνιγμένοι καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι διεσώθηκαν σέ κακή κατάστασι καί ἄλλους τούς ὁποίους τούς ἀναζητοῦν, χωρίς νά τούς βροῦν ἀκόμη»(ΑΠ, 153).

«Ὁ Θεός δέν θέλει νά σώση ἕνα ἄτομο μέσα ἀπ᾽ τό σπίτι, θέλει νά σώση ὅλο τό σπίτι. Γι᾽ αὐτό τό λόγο πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι μόνο ἡ μετάνοια ὁλόκληρης τῆς οἰκογένειας θεραπεύει ἕνα πλάσμα.

Κάποιο παιδί ἔπασχε καί μαστιζόταν ἀπ᾽ τό δαίμονα. Οἱ γονεῖς τό ἔφεραν στήν ἐκκλησία καί ὅταν ὁ ἱερέας τούς εἶπε, ὅτι “πρέπει ὅλοι σας νά μετανοήσετε, πρέπει ὅλοι σας νά νησεύσετε”, ἐκεῖνα τά πλάσματα, ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ πραγματικά ἄκουσαν τόν πνευματικό καί ἄρχισαν τή νηστεία καί τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγησι... ὅλοι!

Σέ 40 ἡμέρες, ἐκεῖνο τό παιδί ἔγινε καλά!»(ΑΠ, 162).



<>




π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν στόν Ἅγ. Γεώργιο, ἐρχόταν ἕνα παιδάκι 18-19 ἐτῶν καί τοῦ διάβαζα καί τοῦ ἔλεγα:

—Βρέ, Κωστάκη μου, τί ἔχεις παιδί μου;

—Θά τυφλωθῶ παππούλη μου!

—Ποιός σοῦ τό εἶπε, παιδάκι μου;

—Μοῦ τό εἶπε ὁ ἰατρός. Εἶναι ἡ ἀρρώστια μου τέτοια, πού θά τυφλωθῶ...

Τό παρηγόρησα, τό διάβαζα πάντοτε, ἀλλά ἀπό μέρα σέ μέρα ἔχανε τό φῶς του καί τελικά ἔμεινε τυφλό.

Τό θυμᾶμαι καί δέν θά τό λησμονήσω ποτέ αὐτό. Ἔβλεπε τό φῶς καί τώρα δέν βλέπει τό καημένο...

Τί νά σοῦ δώσουν;...

Ὅ,τι καί νά σοῦ δώσουν, τό ἀλλάζεις μέ τό φῶς σου;...

Παιδάκια μου, ποτέ δέν εὐχαριστήσαμε τό Θεό μας γιά αὐτά πού μᾶς ἔδωσε.

Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, μᾶς ἔδωσε, μᾶς ἔδωσε καί τέλος-τέλος μᾶς ἔδωσε καί τή Ζωή Του.

Τόν εὐχαριστήσαμε ποτέ;»(ΑΠ, 174).



<>




«Ὑπῆρχε μία κόρη, ἡ ὁποία γεννήθηκε τυφλή, τῆς ἔδωσε ὅμως ὁ Θεός χαρίσματα πολλά καί γνώριζε 12 γλῶσσες ἀπταίστως!

Καί ὅταν τήν πλησίασε κάποτε κάποιος, τῆς λέει:

—Ἄν σοῦ ἔδιναν τό φῶς σου, τί θά ἤθελες νά δῆς;

Καί ἄνοιξε τό στόμα της καί εἶπε:

—Νά κοιτάξω τόν οὐρανό μέ τά ἄστρα καί τό δεύτερο, νά δῶ τά ματάκια ἑνός ἀθώου παιδιοῦ...!

Θεέ μου, καί ἐμεῖς ἔχουμε τό φῶς μας καί δέν ἐκτιμοῦμε τίποτε. Ἔχουμε ἁπλῶς τήν ἀχαριστία στό Θεό»(ΑΠ, 175).



<>




«Βγῆκε μιά βασίλισσα νά δῆ τό ἔθνος της. Ἦταν μέσα σέ μιά ἅμαξα στολισμένη μέ χρυσάφι πού τήν ἔσερναν τά ἄλογα.

Ὅπως περνοῦσε ἀπό ἕνα δρόμο, ὑπῆρχε ἕνας ἐργάτης, ὁ ὁποῖος καθόταν καί ἔτρωγε λίγο ψωμί καί μόλις πέρασε ἀπό κοντά του ἡ βασίλισσα μέσα στά χρυσά, τῆς λέει:

—Ἐγώ, ὅμως, ἐδῶ δέν ἔχω οὔτε χρυσά, οὔτε φαγητά, οὔτε τίποτε!...

Σταμάτησε ἡ βασίλισσα καί τοῦ λέει:

—Κάνουμε ἀλλαγή; Νά μοῦ δώσης ὅ,τι ἔχεις καί νά σοῦ δώσω ὅ,τι ἔχω;

Ἡ βασίλισσα δέν εἶχε πόδια!

Βλέπετε τόν ἄνθρωπο τόν ἀχάριστο, ὁ ὁποῖος τά ἔχει καί δέν τά γνωρίζει; Δέν ξέρει τί ἔχει (γιά νά τά ἐκτιμήση καί νά εὐχαριστήση τό Θεό)...»(ΑΠ, 175).

π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Εἶχα ἕνα πνευματικό τέκνο, τό ὁποῖο πῆγε στό στρατό νά ὑπηρετήση τήν πατρίδα. Ἐκεῖ ὑπῆρχαν δύο στρατιῶτες φίλοι μεταξύ τους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο, παρά μόνο νά βλασφημοῦν ἀπ᾽ τό πρωΐ ὥς τό βράδυ.

Ἄνοιξε τό στοματάκι του τό πνευματικό μου τέκνο καί τούς λέει:

—Μή βλασφημεῖτε, γιατί θά πάθετε κακό...

Ὅρμισαν ἐπάνω του. Σέ λίγο χρονικό διάστημα, μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες, χτυπάει τό αὐτοκίνητο καί πάει ὁ ἕνας...

Ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες, παθαίνει ἔμφραγμα στήν καρδιά ὁ ἄλλος, πάει καί αὐτός!»(ΑΠ, 196).

Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com

<>



No comments:

Post a Comment