Ορθόδοξες ανθοδέσμες 15




Ο Άγγλος ποιητής Percy Shelley σε τόσο βαθμό αθεΐας έφθασε, ώστε όσες φορές επρόκειτο να βάλει κάπου την υπογραφή του, έβαζε πλάι της καί τη λέξη “άθεος”. Όμως, όταν πνιγμένο τον περιμάζεψαν οι φίλοι του για να τον κηδέψουν, με μεγάλη τους έκπληξη βρήκαν επάνω του την Αγία μας Γραφή, τα λόγια του Χριστού! Πόσο τον είχαν αιχμαλωτίσει κατόπιν και δεν μπορούσε να τ᾽ αποχωρισθεί!

<>




Νεκτάριος Κακλαμάνος (ἐγγονός τοῦ π. Σαράντη Σαράντου): 

«Ὁ δικός μας ὁ παππούς δέν ἦταν ἕνας ἁπλός παππούς! Ἦταν συγχρόνως καί πνευματικός μας καί γι᾽ αὐτό προσπαθοῦσε νά μᾶς καθοδηγῆ μέ κάθε τρόπο, χωρίς πολλά λόγια, ἀλλά περισσότερο μέ πράξεις. Δέν ἤθελε νά γίνεται φορτικός, ἀλλά ἀνάλαφρα μᾶς νουθετοῦσε, χωρίς καλά-καλά νά τό καταλαβαίνουμε! Ἔτσι κάποια φορά, πού δέν μποροῦσε νά μᾶς πάρη ἀπ᾽ τό σχολεῖο, γιατί εἶχε κάποια κηδεία, γυρίσαμε στό σπίτι μόνοι μας. Μπήκαμε μέσα, πετάξαμε κάτω τίς τσάντες μας, τά παπούτσια μας, τά μπουφάν μας κι ἀρχίσαμε νά παίζουμε. Ὁ παπποῦς μας, ὅμως, ἐπειδή μᾶς εἶχε ἔννοια, πού ἤμασταν μόνοι μας, μέχρι νά γυρίσουν οἱ γονεῖς μας, ἦρθε στό σπίτι μας ἀμέσως μετά τήν κηδεία. Μπῆκε μέσα, χωρίς νά τό καταλάβουμε. Ἀντίκρυσε τά πεταμένα μας πράγματα καί πολύ σιγανά καί διακριτικά πῆρε τό ἐξώρασό του καί τό τοποθέτησε πολύ ὄμορφα καί εὐθυγραμμισμένα στό πάτωμα! Ἔπειτα ἦλθε κοντά μας κι ὅταν πλέον τόν ἀντιληφθήκαμε, σηκωθήκαμε ὅλοι, πήραμε τήν εὐχή του καί τόν ἀγκαλιάσαμε. Τότε διαπιστώσαμε ὅτι τό ράσο του ἦταν πεταμένο στό πάτωμα. Μέ ἔκπληξι, ἀλλά καί λίγο θράσος, τοῦ εἶπαμε:
—Καλέ παπποῦ, τί κάνεις; Πέταξες κάτω τό ράσο σου;
Κι αὐτός τότε μέ χαμόγελο, μᾶς ἀπάντησε:
—Μά, καλά ἐκεῖ δέν εἶναι ἡ κρεμάστρα σας;
Τότε, ὅλοι μας καταλάβαμε καί τρέξαμε νά μαζέψουμε ἀπό κάτω τό χαμό, πού εἴχαμε ἀφήσει, μπαίνοντας ἀπ᾽ τό σχολεῖο. Αὐτός ἦταν ὁ παπποῦς μας! Μᾶς καθοδηγοῦσε, χωρίς ὅμως νά μᾶς κάνει καμμία παρατήρησι!»(ΣΣ, 444).

<>.




Mark Twain: «Συγχώρησι εἶναι ἡ εὐωδία πού ἀναδιδει ὁ μενεξές στή ροδα πού τόν συνέθλιψε».

<>.




«Δέν ὑπάρχει “ἡ σωστή στιγμή”.
Ὑπάρχουν μόνο “στιγμές” καί τί κάνεις μέ αὐτές».



<>.




«Ρώτησα κάποτε τόν Eddie Rickenbacker [πιλότος μαχητικού αεροσκάφους, 1890-1973] ποιό ἦταν τό μεγαλύτερο μάθημα πού ἀποκόμισε μέ τούς συντρόφους του τίς εἴκοσι μία μέρες τίς ὁποῖες ἔζησαν στίς σχεδίες τους ἀπελπιστικά χαμένοι, ἔρμαια τοῦ Εἰρηνικοῦ. “Τό μεγαλύτερο μάθημα τό ὁποῖο ἔμαθα ἀπό αὐτή τήν ἐμπειρία εἶναι”, μοῦ εἶπε, “ὅτι ἄν ἔχης ὅσο καθαρό νερό θέλεις γιά νά πίνης καί ὅσο φαγητό θέλεις γιά νά τρῶς, δέν πρέπει ποτέ νά παραπονιέσαι γιά ὁτιδήποτε”»(CD, 215).


<>.




«Πρίν πολλά χρόνια σέ μιά ἀγροτική περιοχή ζοῦσε μία εὐσεβής οἰκογένεια.
Ἐπειδή δέν γνώριζαν πολλά γράμματα εἶχαν τή συνήθεια νά προσεύχωνται μεγαλοφώνως μέσα στό σπίτι μέ τόν Ἀρχαγγελικό Χαιρετισμό, καί αὐτόν ἀκριβῶς τό Χαιρετισμό ἀκούγοντας καί ὁ μικρός γυιός τῆς οἰκογένειας ἀπ᾽ τήν παιδική του ἡλικία, τόν ἐπαναλάμβανε συνέχεια, εἶτε βρισκόταν μέσα στό σπίτι, εἶτε ἔπαιζε ἔξω στήν αὐλή!
Μιά μέρα, πού εἶχε λίγο μεγαλώσει, ἀπομακρύνθηκε λίγο ἀπ᾽ τό σπίτι καί πῆγε νά παίξη μέ τά ἄλλα παιδάκια κοντά στό ποτάμι πού πέρναγε δίπλα ἀπ᾽ τό χωριό τους.
Ἀπρόσεκτος καθώς ἦταν γλίστρησε καί ἔπεσε στό ποτάμι!
Καί καθώς ἦταν χειμώνας καί τά νερά ἦταν φουσκωμένα ὁ μικρός, πού δυστυχῶς δέν γνώριζε κολύμπι, παρασύρθηκε γρήγορα ἀπ᾽ τά ὅρμητικά νερά.
Τά ἄλλα παιδάκια ἄρχιζαν νά φωνάζουν γιά βοήθεια, οἱ χωριανοί ἔτρεξαν ἀμέσως καί κάποιοι βούτηξαν μάλιστα στό ποτάμι καί κολύμπησαν στήν προσπάθειά τους νά βροῦν τό παιδάκι.
Ἐντωμεταξύ εἰδοποιήθηκε καί ἡ μάνα καί γεμάτη ἀγωνία ἔτρεξε κι αὐτή στό σημεῖο ὅπου εἶχε πέσει μέσα στό ποτάμι ὁ μικρός τῆς γυιός.
Ἡ ώρα περνοῦσε καί ὁ μικρός δέν ἔδινε σημεῖο ζωῆς.
Κάποιοι ἄρχισαν νά ψάχνουν πιά καί στίς δύο ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, γιά νά περισυλλέξουν τό νεκρό κορμάκι τοῦ ἀγοριοῦ, ἦταν πεπεισμένοι, ὅτι ὁ μικρός θά εἶχε πνιγεῖ.
Μόνο ἡ μάνα του εἶχε τήν ἐλπίδα της στήν Θεοτόκο καί μέ δάκρυα στά μάτια τήν παρακαλοῦσε νά κάνη τό θαῦμα της καί νά τῆς χαρίση τό παιδί της.
Καί, ὦ, τοῦ παραδόξου θαύματος!
Βλέπουν ἀπ᾽ τό βάθος τοῦ ποταμοῦ, νά ξεπροβάλλη μία μορφή, πού ἐρχόταν κόντρα στήν φορά τῶν νερῶν τοῦ ποταμοῦ.
Ὅταν πλησίασε κάπως διέκριναν τό μικρό νά ἐπιπλέη στό ποτάμι, μέ τά ροῦχα του στεγνά καί νά χαμογελάη κτυπώντας χαρούμενα τά χέρια του.
Τόσο ἡ μάνα ὅσο καί οἱ ὑπόλοιποι βούτηξαν στά νερά καί ὁ μικρός βρέθηκε στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας του, πού γεμάτη δάκρυα εὐχαριστοῦσε τήν Παναγία μας γιά τό θαύμα Της.
—Μά γιατί κλαῖς μανούλα μου, ρώτησε ἀπορημένος ὁ μικρός!
—Παιδί μου τόση ὥρα πού λείπεις νομίσαμε ὅτι πνίγηκες καί θά σέ ἔχανα γιά πάντα!
—Ἄχ μανούλα μου!, ἀπάντησε ψύχραιμα ὁ μικρός, μόλις ἔπεσα στό νερό ἔνοιωσα δύο χέρια νά μέ σηκώνουν ψηλά. Γύρισα καί εἶδα τήν Παναγίτσα μας νά μέ κρατάη ἀγκαλιά, καί ὅλη αὐτή τήν ὥρα ἤμουν μαζί Της! Καί ξέρεις μανούλα μου... παίζαμε μαζί! Ἐγώ τήν χαιρετοῦσα ὅπως μέ ἔχεις μάθει νά κάνω ἀπό μωρό, Της ἔλεγα συνέχεια: “Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία!” καί ἐκείνη χαμογελαστή μοῦ ἀπαντοῦσε: “Ο Κύριος μετά σοῦ!”.


<>.


«Ἔσυραν τόν Κύπριο στρατιώτη μπροστά στούς αἰχμαλώτους. Φωνάζοντας στά τουρκικά ἄρχισαν νά τόν χτυποῦν ἀλύπητα. 
—Βγάλε σταυρό σου, πέτα τον χαμαί καί πάτα τον!, εἶπε ἕνας Τουρκοκύπριος μέ σπαστά ἑλληνικά.
Ἡ ἰδέα ἐνθουσίασε τούς ὑπόλοιπους στρατιῶτες πού μέ ἰαχές φώναζαν:
— Bγάλε τον καί πάτα τον!
Ὁ Ἐλληνοκύπριος στρατιώτης, μέ ὅση δύναμι εἶχε, φώναξε:
—Ὄχι! Ποτέ!
—Ἄρχισαν νά τόν χτυποῦν μέ λύσσα.
—Βγάλε τό σταυρό σου! Βγάλε!
—Ὄχι!
Ὅσο ἀρνιόταν τόσο περισσότερο τόν χτυποῦσαν μέ λύσσα παντοῦ. Τόν λόγχιζαν καί τό αἷμα ἔρρεε ποτάμι.
Τά μικρά παιδιά τρόμαξαν, ἄρχισαν νά κλαῖνει. Οἱ μάνες προσπαθοῦσαν νά τά κάνουν νά μή βλέπουν καί νά τά ἡσυχάσουν. Φοβόντουσαν μήν τραβήξουν τήν προσοχή τῶν Τούρκων μέ δυσοίωνα ἀποτελέσματα.
Μισή ὥρα τόν χτύπαγαν, τόν κλώτσαγαν, τόν λόγχιζαν φωνάζοντάς του νά βγάλη τό σταυρό του. Μά ὁ Ἑλληνοκύπριος στρατιώτης ἦταν ἀποφασισμένος νά πεθάνη παρά νά τόν βγάλη.
Τόν τράβηξαν πίσω ἀπό κάτι δέντρα. Ὅλοι πίστευαν ὅτι τόν πῆραν γιά νά τόν σκοτώσουν. Μά οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦσαν νά τοῦ ἐκμαιεύσουν πληροφορίες...
—Ποῦ εἶναι (οἱ) δικοί μας;
—Δέν ξέρω.
Κλωτσιά στά πλευρά καί πάλι τόν σήκωναν καί ρώταγαν γιά τούς δικούς τους. Οἱ αἰχμάλωτοι ἄκουγαν μά ἀμφέβαλλαν ἄν πραγματικά νοιάζονταν οἱ Τοῦρκοι γιά πληροφορίες ἤ ἦταν ἁπλῶς ψεύτικες ἀφορμές γιά νά χτυποῦν τό παλληκάρι. 
Ὁ Ἑλληνοκύπριος στρατιώτης δέν μποροῦσε πιά νά στηρίξη τό σῶμα του. Τοῦ εἶχαν σπάσει τά πλευρά, τόν εἶχαν λογχίσει παντοῦ. Τόν εἶχαν χτυπήσει πολύ ἄσχημα. 
Ἕνας Τοῦρκος ἅπλωσε τότε τό χέρι του νά τραβήξη τή μαύρη καδένα ἀπ᾽ ὅπου κρεμόταν ὁ σταυρός. Τό χέρι τοῦ Ἑλληνοκυπρίου πρόλαβε καί τόν ἅρπαξε. Ὁ Τοῦρκος σάστισε. Ποῦ τή βρῆκε τή δύναμι; Ἔκανε ἕνα βῆμα πίσω. Ὁ Ἑλληνοκύπριος μέ τό χέρι νά σφίγγη τό σταυρό ἔπεσε μέ πάταγο στό χῶμα.
Αἱμόφυρτο καί λιποθυμισμένο, σωστό ματωμένο κουβάρι, τόν πέταξαν στά πόδια τῶν αἰχμαλώτων.
Τότε ὁ σταυρός του, ἄν καί γεμάτος αἵματα, ἔλαμψε ξαφνικά μέ ἕνα φῶς ἀπόκοσμο, θεϊκό!
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ μίσους δέν τό εἶδαν. Οὔτε κατάλαβαν γιατί οἱ Ἕλληνες αἰχμάλωτοι κοίταγαν μέ δέος τό παλληκάρι μπροστά τους. Ἦταν τά μάτια τους θολά καί σκοτεινά, τό φῶς δέν μποροῦσε νά τούς ἀγγίξη»(ΣΜ, 41).

INS.

<>.




Χαμογέλα!
Αγάπα!
Συγχώρα!
Ξύπνα!
Ζήσε!!
Τόλμησε!
Κλάψε!
Τραγούδα!
Χόρεψε!
Αγκάλιασε!
Δώσε φιλιά παντού!
Άσε
όλο αυτό
το ρεύμα του Φωτός
και της θείας Αγάπης
να σε διαπεράσει.
Όλα αυτά,
δεν γίνονται μαγικά,
απλά και μόνο
επειδή ήρθε στο ημερολόγιο
η Ανάσταση.
Διότι,
και πέρυσι ήρθε.
Και πρόπερσι.
Και κάθε χρόνο
απ' το 33 μ.Χ. έρχεται.
Η Ανάσταση είναι
αυτό που ζω ή ακυρώνω
την κάθε μέρα
μέσα μου.
Ο Χριστός
δεν είναι
πυροτέχνημα στιγμής
και λαμπάδα
τρίωρης λάμψης,
μα άθλημα
ισόβιο.


<>.







Ἡ γιαγιά μου ἔλεγε...
Γιά νά περπατήσης μπροστά, πρέπει νά κουβαλᾶς μαζί σου μόνο ὅ,τι εἶναι πολύτιμο!
<>. Συμβουλές τῆς γιαγιάς, facebook.com



Ἡ γιαγιά μου ἔλεγε...
Οἱ χειρότεροι ἐχθροί εἶναι ἐκείνοι πού μεταμφιέζονται σέ φίλους.
<>. Συμβουλές τῆς γιαγιάς, facebook.com




Ἡ γιαγιά μου ἔλεγε...
Ξέρετε πότε ἀποτυγχάνουμε ;
Ἀποτυγχάνουμε ὅταν ἐκτιμούμε τούς ξένους περισσότερο ἀπό ἐκείνους πού ζοῦν στό σπίτι μας.
Ἀποτυγχάνουμε ὅταν γράφουμε σπουδαῖα κείμενα ἀφιέρωμα, ἤ κάνουμε party γιά φίλους ἤ ἀγνώστους καί ξεχνάμε νά τιμοῦμε την οἰκογένειά μας κάθε μέρα.
Ἀποτυγχάνουμε ὅταν, ἡ ὄμορφη κούπα εἶναι γιά τούς ἐπισκέπτες, ἀλλά γιά ἐκείνους στό σπίτι, τήν σπασμένη κούπα.
Ἀποτυγχάνουμε ὅταν προσπαθοῦμε τόσο πολύ νά εὐχαριστήσουμε τούς ἄλλους, ἀλλά τό νά κάνουμε μιά χάρι στή μαμά εἶναι βάρος.
Ἡ οικογένεια εἶναι τό μεγαλύτερο ἀγαθό τοῦ ἀνθρώπου.
<>. Συμβουλές τῆς γιαγιάς, facebook.com




Ἡ γιαγιά μου ἔλεγε...
Ὅλα ὅσα δίνονται καί γίνονται μέ τήν καρδιά δέν πάνε ποτέ χαμένα...
<>. Συμβουλές τῆς γιαγιάς, facebook.com



Ἡ γιαγιά μου ἔλεγε...
Υπάρχουν πράγματα πού δέν θά βγοῦν ποτέ ἐκτός μόδας, ἡ ἀρχοντιά, ἡ εὐγένεια, ἡ εἰλικρίνεια καί οἱ καλοί τρόποι.
<>. Συμβουλές τῆς γιαγιάς, facebook.com


Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Ψυχική Τόνωση:

31. Διαβάζουμε: «Λέγεται ὅτι ἕνα χελιδόνι δέν φέρνει τήν ἄνοιξι· σημαίνει ὅμως αὐτό ὅτι ἕνα ἄλλο χελιδόνι, πού αἰσθάνεται καί περιμένει τήν ἄνοιξι, δέν πρέπει νά πετᾶ; Ἄν κάθε χορταράκι περίμενε κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἡ ἄνοιξι δέν θά ἐρχόταν ποτέ. Τό ἴδιο συμβαίνει μέ τήν πραγμάτωσι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· δέν πρέπει νά σκεπτώμασθε ἄν εἴμαστε τό πρῶτο ἤ τό χιλιοστό χελιδόνι»(στό: LT).


32. Victor Hugo: «Ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία στή ζωή εἶναι ἡ πεποίθησι ὅτι μᾶς ἀγαποῦν, μᾶς ἀγαποῦν γιά τούς ἑαυτούς μας, ἤ καλύτερα μᾶς ἀγαποῦν παρά τούς ἑαυτούς μας»(ΜΑ).

33. «Ὁ κουτός ἄνθρωπος ἔχει τήν καρδιά στή γλῶσσα του, ἐνῶ ὁ ἔξυπνος ἔχει τή γλῶσσα στήν καρδιά του»(Ἡμερολόγιο τοίχου).

34. Μικρές ἀλήθειες: «Τό ξῖφος μπορεῖ νά κόβη τά πάντα. Δέν μπορεῖ, ὅμως, νά λύση τίποτε»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Ὁ θάνατος ἔρχεται σάν αἰφνίδιος ἔλεγχος τῆς ἐφορίας. Οἱ πολλοί δέν ἔχουν τά βιβλία τους ἐντάξει»(Ἡμερολόγιο τοίχου).

<>.




35. Ὁ Κ. Κούρκουλας ἐπισημαίνει: «Γιατί τάχα νά συμβαίνη, ὥστε πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος νά προτιμᾶ τό θάνατο χάριν τῆς ἀρετῆς; Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μονάχα πήλινο καί φθαρτό σῶμα, θά ἔπρεπε νά τόν ἐνδιαφέρουν μονάχα τά ὑλικά πράγματα καί σέ αὐτά νά εἶναι ἀπόλυτα προσηλωμένος.
Κάποιος ἄλλος, λοιπόν, μέσα στόν πήλινο ἄνθρωπο, εἶναι πού ἀνεβαίνει πρός τά πνευματικά καί τά ὑπερφυσικά. Καί αὐτός ὁ ἄλλος εἶναι ἡ ἀθάνατη καί λογική ψυχή. Αὐτή, σάν ἄλλος μουσικός, πού παίζει τή λύρα, ὑπαγορεύει καί στό σῶμα τά ἀνώτερα καί καλύτερα»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

36. Διαβάζουμε: «Οἱ λέξεις, Κύριε, εἶναι εὔκολο νά εἰπωθοῦν —δέν κοστίζουν τίποτε. Βγαίνουν ἀπό μόνες τους. Μποροῦμε νά τίς ποῦμε καί μετά νά φύγουμε, χωρίς νά κάνουμε τίποτε γιά τούς ἀδελφούς καί τίς ἀδελφές μας.
Γι᾽ αὐτό, Κύριε, αὐτήν τή φορά δέν θά μιλήσω! Ἀλλά θά παρηγορήσω τόν ἄνθρωπο πού ἔχει παγιδευθῆ μέσα στόν πόνο. Θά ὑποστηρίξω τόν ἄνθρωπο τόν ὁποῖο οἱ ἄλλοι κοροϊδεύουν. Θά ἀνοίξω μέ χαρά τήν πόρτα στό πρόσωπο πού εἶναι χαραγμένο ἀπό λύπη. Θά καλωσορίσω χωρίς νά κρίνω τόν ἄνθρωπο πού εἶναι στό περιθώριο, τόν ὁποῖο δέν ἀγαπᾶ κανένας. Θά δώσω ὅ,τι ἔχω στόν ἄνθρωπο πού πεινάει καί πού δέν ἔχει τίποτε, ἀκόμη κι ἄν αὐτό εἶναι μόνο τό χαμόγελό μου καί ἡ ἀνακούφισι τῆς παρουσίας μου. Δέν θά μιλήσω, Κύριε, ἀλλά θά κηρύξω τήν ἀγάπη Σου. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε με δυνατό, γιά νά προσφέρω τήν ἀγάπη στά ἀδέλφια μου αὐτοῦ τοῦ κόσμου»(ΙΣ22).

37. Τhomas Εlliot: «Πολλοί ὑψώνουν τή φωνή τους σέ “Ζήτω” γιά νά ἁπλώσουν κατόπιν τό χέρι σέ “ζητῶ”»(στό: Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας). 

<>.




38. Ἀναφέρει ὁ Bernie May: «Ὁ Τζίμ Μπαπτίστα εἶναι ἕνας ἄνθρωπος τῆς λεπτομερείας. Πάντα πρίν ξεκινήση μέ τό ἀεροπλάνο του, κρατώντας ἕνα νοερό σημειωματάριο, ἐξετάζει προσεκτικά, μέ κάθε λεπτομέρεια, ὅλα ὅσα συνήθως ἐλέγχονται πρίν τήν πτῆσι.
Μιά φορά πετάξαμε μαζί στό Jackson τῆς Arizona, γιά νά πάρουμε ἕνα μεταχειρισμένο Dakota γιά τήν JAARS. Φαινόταν καλή εὐκαιρία καί ἐλέγξαμε τά πάντα, ἀκολουθώντας ἕνα κατάλογο ἐλέγχου. Μέχρι πού φθάσαμε στούς κινητῆρες. Ὁ Τζίμ καί ἐγώ κοιταχθήκαμε, καθώς ἕνα ὄργανο ἔδειχνε ὅτι ἡ πίεσι τοῦ λαδιοῦ στό δεξιό κινητῆρα ἦταν χαμηλή. Αὐτό ἦταν σοβαρό. Βέβαια δέν ἤμασταν σέ θέσι νά ἀγοράσουμε ἄλλο κινητῆρα κι ἔτσι ἀρκεσθήκαμε νά ἐξετάσουμε τί συνέβαινε.
Τό ἡμερολόγιο τοῦ σκάφους ἔδειχνε ὅτι ὁ κινητήρας ἦταν ὁλοκαίνουργιος. Ὁ παραπέρα ἔλεγχος ἔδειξε ὅτι αἰτία τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ παλαιοῦ κινητῆρα ἦταν ἀκριβῶς ἡ χαμηλή πίεσι λαδιοῦ. Ὅμως ἦταν μᾶλλον δύσκολο νά δεχθοῦμε ὅτι δύο μηχανές, ἀπ᾽ τίς ὁποῖες ἡ μία καινούργια, μποροῦσαν νά παρουσιάσουν τό ἴδιο πρόβλημα.
Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τῆς λεπτομερείας ἀποφάσισε νά πειραματισθῆ γιά λίγο. Μπαίνοντας κάτω ἀπ᾽ τόν πίνακα ὀργάνων, ὁ Τζίμ ἀντέστρεψε τά καλώδια στούς δεῖκτες τοῦ λαδιοῦ, τοποθετώντας τό καλώδιο τοῦ δεξιοῦ κινητῆρα στόν ἀριστερό καί ἀντίστροφα. Λοιπόν τό μαντεύσατε!
Τώρα ὁ ἀριστερός κινητήρας ἔδειχνε χαμηλή πίεσι λαδιοῦ. Συμπέρασμα: ἡ βλάβη ἦταν στό ὄργανο καί ὄχι στόν κινητῆρα. Κάποιος εἶχε τοποθετήσει ἕνα καινούργιο κινητῆρα ἀξίας 12.000 δολλαρίων, ἐξαιτίας τῆς ἐσφαλμένης ἐνδείξεως ἑνός ὀργάνου 30 δολλαρίων.
Γιά κάποιους λόγους, συνηθίζουμε νά πιστεύουμε ὅ,τι μᾶς δείχνει ἕνα ὄργανο, ἁπλᾶ καί μόνο γιατί ὑπάρχει σ᾽ ἕνα πίνακα ὀργάνων. Ἕνας χαλασμένος ἤ ἐλαττωματικός δείκτης πιέσεως λαδιοῦ, ἤ μιά πυξίδα, μπορεῖ νά ὁδηγήση τόν πιλότο σέ τέτοιες σφαλερές ἐνέργειες, πού ἴσως στοιχίσουν τή ζωή του.
Καθώς πετούσαμε ἐπιστρέφοντας, μέ τούς δύο κινητῆρες νά μουγκρίζουν, σκέφθηκα γιά κάποιους ἄλλους δεῖκτες, πού διακηρύττουν τήν “ἀλήθεια”. Μερικοί εἰδοποιοῦν ὅτι χρειάζεται ριζική ἀλλαγή. Ἄλλοι μέ βεβαιώνουν ὅτι ὅλα πᾶνε καλά.
Ἄν θέλετε, ὀνομάστε με πνευματικό ἄνθρωπο τῆς Λεπτομερείας· ὅμως ἀναρωτιέμαι γιά μερικά ἀπ᾽ αὐτά τά ὄργανα. Ἔχω παύσει νά δέχωμαι ἀβασάνιστα τήν ἔνδειξι ἑνός ὀργάνου, ἀκόμα κι ἄν ὅλες τίς προηγούμενες φορές οἱ ἐνδείξεις του ἦταν σωστές. Κανένας μετρητής —καμμιά φωνή— δέν δίνει πάντοτε σωστές ἐνδείξεις.
Ἕνας δείκτης, πού ἐπιμένει νά εἶναι πράσινος, ὅταν ὁ κινητήρας ἀφηνιάζη, μπορεῖ νά εἶναι τό ἴδιο θανάσιμος μέ ἕναν, πού σέ ἀναγκάζει νά κλείσης τό γκάζι, ὅταν δέν ὑπάρχη λόγος. Ὁ σοφός ἄνθρωπος ἀντιστρέφει πότε-πότε τά καλώδια, ὕστερα ἐλέγχει τό ἐγχειρίδιο πτήσεως... ἤ ἀκόμα ἀπευθύνεται καί στόν κατασκευαστή.
Μερικές φορές αὐτό μπορεῖ νά τόν σώση ἀπό ἕνα ὁλοκαύτωμα»(ΚΘ 51).
Ὁ μόνος ἀλάνθαστος δείκτης εἶναι ἡ Βίβλος.

<>.




39. Σκόρπιες ἀλήθειες: «Ὅποιος φοβᾶται νά πλησιάση τήν κυψέλη δέν εἶναι ἄξιος τῆς κηρήθρας»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Σηκώνοντας τά βάρη τῶν ἄλλων, ἐλαφρώνουμε τά δικά μας»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Στό σήκωμα τῆς ἄγκυρας ὁ δειλός τρέμει, χάνοντας τή σιγουριά. Ὁ γενναῖος ἀγάλλεται ἀντικρύζοντας τήν ἀπεραντοσύνη τοῦ ὠκεανοῦ»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

40. Κ. Κούρκουλας: «Στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ τά παραλυμένα σώματα τή θεραπεία τήν εὕρισκαν ὄχι στά γαληνεμένα νερά, ἀλλά στά ταραγμένα. Ὅταν ὁ ἄγγελος “ἐτάρασσε τό ὕδωρ”. Καί στίς ἀνθρώπινες ψυχές δέν εἶναι ἡ ἀκύμαντη καί μαλθακή ζωή, ἀλλά οἱ θύελλες καί οἱ δοκιμασίες, πού τίς θεραπεύουν καί τίς γιγαντώνουν. Οἱ στιγμές κατά τίς ὁποῖες ὅλα γύρω “ταράσσονται”. “Κύριε, ἐν θλίψεσιν ἐμνήσθημέν Σου”»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

41. Ἐπισημαίνει ὁ π. Αὐγουστίνος Καντιώτης: «Ὦ βλάσφημε, εἴτε πιστεύεις εἴτε δέν πιστεύεις στό Θεό, παραλογίζεσαι. Διότι, ἄν μέν πιστεύης, τότε πῶς βλασφημεῖς Αὐτό τόν ὁποῖο λατρεύεις; Ἄν πάλι δέν πιστεύης, τί βλασφημεῖς κάποιον πού γιά ἐσένα εἶναι ἀνύπαρκτος;»(ΑΚ 142).

<>.




42. Ἕνας «μοναχός ἔζησε στόν καιρό τοῦ μεγάλου καί θαυμαστοῦ Παλάμωνος, δασκάλου καί Γέροντος τοῦ μεγάλου ἀσκητῆ Παχωμίου. Μιά ἡμέρα πῆγε καί ἐπισκέφθηκε τόν Ὅσιο Παλάμωνα καί, σάν εἶδε φωτιά ἀναμμένη ἔξω ἀπ᾽ τό κελλί του, λέει μέ ὑπερηφάνεια στόν Ὅσιο Παλάμωνα καί στό μαθητή του Παχώμιο:
—Ἄν ἔχετε πίστι, ἐλᾶτε νά μποῦμε στή φωτιά, λέγοντας τήν Κυριακή προσευχή καί δέν θά πάθουμε τίποτε.
Ὁ θεῖος Παλάμων τοῦ εἶπε:
—Πρόσεξε, παιδί μου, διότι αὐτά τά ὁποῖα λές εἶναι σημεῖο μεγάλης ὑπερηφανείας. Ἐμεῖς λάβαμε ἐντολή νά πράττουμε καλά ἔργα καί ἀγαθές πράξεις, γιά νά λυτρωθοῦμε ἀπ᾽ τήν αἰώνια φωτιά τῆς κολάσεως.
Σάν ἄκουσε τοῦτα τά λόγια ὁ πλανεμένος ἐκεῖνος μοναχός, τά περιφρόνησε καί μπῆκε στή φωτιά· ὁπότε μέ τή βοήθεια τοῦ σατανᾶ δέν κάηκε, παρά βγῆκε ἔξω καί περιγελοῦσε τούς Ἁγίους (Παλάμωνα καί Παχώμιο) ὅτι δέν ἔχουν πίστι. Ὅμως ὁ παμπόνηρος δαίμονας, σάν εἶδε ὅτι ἔφθασε στήν κορυφή τῆς ὑπερηφανείας, μεταμορφώθηκε σέ ὄμορφη γυναῖκα, ἡ ὁποία μπῆκε μέσα στό κελλί του καί τόν παρακαλοῦσε μέ δάκρυα νά τήν κρύψη, διότι κακοί ἄνθρωποι ζητοῦν νά τή φυλακίσουν. Πείσθηκε, λοιπόν, στά γλυκά καί ἀπατηλά λόγια τῆς φανταστικῆς γυναίκας, τή λυπήθηκε καί ἄρχισε νά τή συμπαθῆ καί νά τήν παρηγορῆ· ὁπότε ἄναψε δυνατά στήν καρδιά του ἡ φωτιά τῆς αἰσχρῆς ἐπιθυμίας, ὥστε τήν ἴδια ἐκείνη στιγμή συμφώνησε ν᾽ ἁμαρτήση μαζί της καί, ὅταν τήν ἀγκάλιασε, μπῆκε μέσα του ὁ δαίμονας, τόν ἔρριξε κάτω καί κειτόταν πολλή ὥρα σάν νεκρός, θέαμα δηλαδή ἐλεεινό. Καί ὅταν συνῆλθε λιγάκι, ἄρχισε κι ἔτρεχε σάν τρελλός. Τότε μπῆκε μέσα σ᾽ ἕνα θερμό λουτρό ὅπου κάηκε τό σῶμα του, ἐνῶ τήν ψυχή του τήν παρέλαβε τό πονηρό πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας καί τή μετέφερε στή φωτιά τῆς αἰωνίου κολάσεως»(ΔΠ 28).

<>.



43. Μικρές ἀλήθειες: «Ἀρέσει στούς ἀνθρώπους νά βλέπουν τήν εἰκόνα τους σέ θολούς καθρέπτες»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Τό καλό τό ὁποῖο ἔχουμε τό παίρνει ὁ θάνατος. Τό καλό τό ὁποῖο κάνουμε τό παίρνει ὁ οὐρανός»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Ἡ προσευχή θά σέ κάνη νά μήν ἁμαρτάνης. Ἡ ἁμαρτία θά σέ κάνη νά μήν προσεύχεσαι»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

44. Ἀναφέρει ὁ μακαριστός π. Φιλόθεος Ζερβάκος: «Ἐδῶ στήν Πάρο ἦταν μία γυναῖκα, τήν ὁποία γνώρισα καί ἐξομολόγησα. Ἦταν 16 χρόνια τελείως ἀκίνητη. Εἶχε παραμορφωθῆ. Εἶχε γίνει ἕνα κουβάρι. Ποτέ δέν ἐγόγγυσε οὔτε στενοχωρήθηκε. Διαρκῶς ἔλεγε σάν τόν Ἰώβ: “Δόξα σοι, ὁ Θεός”. Πάντοτε χαιρόταν καί ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός τήν ἀγαπᾶ καί ὅτι τῆς ἔδωσε αὐτό τόν παιδεμό, γιά νά τήν ἀναπαύση αἰωνίως στούς οὐρανούς. Πέθανε πρίν ἀπό 4 χρόνια. Μέ τήν ὑπομονή της ἁγίασε καί τώρα βρίσκεται στήν αἰώνια ἀγαλλίασι»(ΔΠ 35).

<>.





45. Κ. Κούρκουλας: «Φρόντισε ἐσύ τό οἰκογενειακό σου περιβάλλον νά εἶναι Παράδεισος καί μήν ἀνησυχῆς γιά τά παιδιά σου πού πήδηξαν τό φράχτη του. Ὅσο μακρυά κι ἄν βρεθοῦν καί ἀπ᾽ ὅποιο κατήφορο τῆς ζωῆς κι ἄν περάσουν, θά νοσταλγοῦν πάντα ἐκεῖνο τό ὁποῖο γνώρισαν καί ἔζησαν πίσω ἀπ᾽ τό φράκτη. Καί κάποτε θά τόν ξαναπηδήξουν ἀλλά πρός τά μέσα αὐτή τή φορά»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

46. «Στή φθορά τοῦ χρόνου, τά οἰκοδομήματα πού ἀντέχουν, εἶναι ἐκεῖνα πού ἔχουν γερούς ἀκρογωνιαίους λίθους στά θεμέλια καί ὄχι φιοριτοῦρες στά ἀετώματα. 
Οἱ ἀκρογωνιαῖοι δέν φαίνονται, ἀλλά στηρίζουν τά οἰκοδομήματα. Τά διακοσμητικά φαντάζουν, ἀλλά δέν ἐπιβιώνουν.
Καί στή φύσι ἐπιβιώνουν τά φυτά πού ἔχουν ρίζες καί ὄχι ἄνθη· καθώς καί στή ζωή ὅσοι διαθέτουν ἀρετές καί ὄχι φιοριτοῦρες»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

<>.



47. «Τό κυνήγι καί ἡ σκόπευσι ὑψηλῶν στόχων στή ζωή μοιάζει —ἔλεγε ὁ Bismarck— μέ τό κυνήγι τῆς ἀγριόπαπιας στό βάλτο.
Τό σημαντικό δέν εἶναι τό πότε θά πυροβολήσης ἀλλά τό πῶς καί ποῦ θά πατήσης πάνω στή λάσπη τοῦ βάλτου γιά νά μήν βουλιάξης»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

48. Γράφει κάποιος Χριστιανός: «Μοῦ ἔκαναν ἐντύπωσι δύο ἐπεισόδια, πού ἀναφέρονται σέ δύο βιβλία. Στό ἕνα, στό: Γιά Ποιόν Κτυπᾶ ἡ Καμπάνα, τοῦ Hemingway, παρουσιάζεται ἕνας κομμουνιστής  γεροστρατιώτης, πού εἶναι φρουρός σέ μιά γέφυρα. Τό νοιώθει, πώς ὕστερα ἀπό λίγο θά πεθάνη, θά σκοτωθῆ. Καί νοιώθει τήν ἀνάγκη νά προσευχηθῆ. Μά τά μαρξιστικά τσιτάτα δέν δέχονται κάτι τέτοιο. Καί τό νοιώθει σάν μειονέκτημα. Καί σκέπτεται, σάν κέρδιζαν τόν πόλεμο, νά ἔκανε μιά εἰσήγησι στήν Κεντρική Ἐπιτροπή, γιά τήν καθιέρωσι κάποιας λατρευτικῆς διαδικασίας.
Τό δεύτερο εἶναι ἀπό ἕνα μυθιστόρημα τῆς Oriana Fallaci, πού περιγράφει τή ζωή τῆς Ἀμερικῆς ἀπό ἕνα μάτι εὐρωπαϊκό κοιταγμένη. Ἡ ἡρωΐδα τοῦ μυθιστορήματος καταλαμβάνεται ἀπό κατάθλιψι, ἀπ᾽ τή ζωή καί τούς ἔρωτες, τούς ὁποίους εἶναι ἀναγκασμένη νά κάνη καί σέ μιά στιγμή ἀπελπισίας, ἐντελῶς ἐνστικτώδικα φωνάζει: “Ἄχ, Θεέ μου...”. Μά ἐπειδή ἦταν δασκαλεμένη, πώς Θεός δέν ὑπάρχει, συμπληρώνει: “Τί κρῖμα νά μήν ὑπάρχης”»(ΜΒ 11).

49. Μικρές ἀλήθειες: «Οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς πολλές φορές μᾶς ἐμπνέουν. Τό ρυάκι χάνει τό τραγούδι του ὅταν τοῦ ἀφαιρέσης τούς βράχους»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Τό ἀναγκαῖο καί ἀπαραίτητο στή ζωή σέ σηκώνει... Τό παραπάνω χρειάζεται ἐσύ νά τό σηκώσης»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).
«Ὁ Θεός δέν ζητᾶ συνηγόρους, πού νά προβάλλουν μέ τά λόγια τους τήν ἀξία τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ζητᾶ ὑπηκόους πού δείχνουν μέ τήν ὑποταγή τους καί τόν ἄψογο βίο τους τή δύναμι τοῦ Χριστοῦ»(Κ. Κούρκουλα, Ἄγγελμα τῆς Ἡμέρας).

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Ψυχική Τόνωση (Διαχρονικό Ημερολόγιο), εκδ. Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός



<>.





Ἕνας γιατρός ἐἶπε κάποτε:
 “Τό καλύτερο φάρμακο γιά τόν ἄνθρωπο ἐἶναι ἡ αγάπή”.
Κάποιος ρώτησε:
 “Καί άν δέν δουλέψει;”.
Ὁ γιατρός χαμογέλασε καί ἐἶπε:
  “Αὔξησε τή δόσι”.

https://www.facebook.com/orthodoxes.anthodesmes/


<>.




Ὅταν κάποιος σέ βοηθάει ἐνῶ περνάει καί ὁ ἴδιος δύσκολα...
Δέν εἶναι βοήθεια...
Ἀγάπη εἶναι...

https://www.facebook.com/olagiatinpsixikiygeia/

<>.





«Εἶπε στήν κόρη του, “Μήν πεῖς σέ κανένα ὅτι ὁ πατέρας σου εἶναι σκουπιδιάρης, θά σέ κοροϊδεύουν”.
Ἐκείνη ἀνέβασε στό instagram αὐτή τή φωτογραφία καί ἔγραψε: “Ὁ πατέρας μου εἶναι σκουπιδιάρης. Εἶναι ὁ ἡρωάς μου. Σ᾽ ἀγαπῶ μπαμπά”»(Τροφή για Σκέψη, https://www.facebook.com/trofigiaskepsii).
<>.






«Πάσχει ἀπό Alzheimer ἀλλά γιά μιά στιγμή ἀναγνωρίζει τήν εγγονή τῆς πού τή φροντίζει καί τῆς λέει “Σ᾽ ἀγαπῶ”!  
Ἐπιμ.: Δ. Ντζαδήμα»(https://www.facebook.com/fractalart.gr).

<>.




Μενέλαος Λουντέμης: «Τά ἀγριολουλουδα ἔχουν δύο παραπανίσιες ἀξίες:
Πρώτα, δέν πουλιοῦνται κι ἔπειτα ἐκεῖνος πού τά χαρίζει τά μαζεύει μόνος  του»(Σάν Χάδι, facebook.com).

<>.




«Ὁ παπποῦς καί ἡ γιαγιά μου εἴχανε τήν 60ή ἐπέτειο γάμου. Ὁ παπποῦς μου εἶχε alzheimer. Δέν θυμόταν τά παιδιά του, τό σπίτι του ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀλλά ὅσο ἄσχημα κι ἄν ἦταν, ὅποτε ἔβλεπε τή γιαγιά μου ἔλεγε “κοίτα τήν ὄμορφη γυναῖκα μου”»(Σάν Χάδι, facebook.com).

<>.





Ξένη Τσολακίδου: «Μέ ρώτησαν μιά μέρα τί εἶναι ἀγάπη.
Ἀγάπη εἶναι ὁ παππούς μου, πού ἔχει δυό χειρουργεῖα στά πόδια καί ἔνα μπαλονάκι στήν καρδιά. Ἀλλά σιδερώνει γιά τή γιαγιά μου πού ἔχει πόνους στά χέρια, στά πόδια στή μέση καί εἶναι μαζί 53 χρόνια.
Ἀγάπη εἶναι νά μήν φοβᾶσαι μήν καταπατηθῆ ὁ ἀνδρισμός σου. Σοῦ φτάνει μόνο νά βλέπης τόν ἄνθρωπο πού ἀγαπᾶς νά εἶναι καλά.
Αὐτό εἶναι ἀγάπη.
Σέ εὐχαριστώ παπποῦ πού μοῦ ἔμαθες τί εἶναι ἀγάπη»(Σάν Χάδι, facebook.com).

<>.







Η θυσιαστική και με μακαρία υπομονή αγάπη ενός άνδρα για τη γυναίκα του και η επιστροφή της


«Διηγεῖται ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ὁ Βατοπαιδινός μία πραγματική ἱστορία, γιά νά μαρτυρηθῆ μέ ζωντάνια ἡ θυσιαστική καί μέ μακαρία ὑπομονή ἀγάπη ἑνός ἀνδρός γιά τή γυναῖκα του, ἕνα παράδειγμα ἀπ᾽ τή μαχητικότητα ἑνός ἡρωϊκοῦ συζύγου, ὄχι κάποια πλασμένη διήγησι πρός διδαχή, ἀλλά μία ἀληθινή ἱστορία πού ἐκτυλίχθηκε στίς μέρες μας. “Εἶναι πολύ συγκλονιστικό”, δηλώνει ἐξαρχής ὁ παπποῦς, ἕνα ἀληθινό παράδειγμα θυσίας, “ἀπ᾽ τά μέσα πού χειρίζονται οἱ πραγματικοί σύζυγοι, γιά νά συγκρατήσουν τήν ἑνότητά τους”. Ὁ Γέροντας ἐκκινεῖ τήν ἐξιστόρησί του, παρουσιάζοντας ἕνα “τζέντλεμαν”, ὅπως τόν ἀποκαλεῖ, ὁ ὁποῖος σέ ἡλικία πέραν τῶν τριάντα ἐτῶν, ἐπιθύμησε νά δημιουργήση οἰκογένεια. “Ἔκανε ἐκεῖ τήν προσευχούλα του, καί, ὅπως τοῦ ἔτυχε ἐκεῖ, βρῆκε μία κορούλα καί τήν πῆρε ὡς σύζυγο, τήν παντρεύτηκε νομίμως”. Ἐκείνη ἦταν μικρή, “κάτω καί τῶν εἴκοσι σχεδόν ἐτῶν”, ἀλλά ὄχι μονάχα αὐτό, διότι ἦταν καί ζωηρή, ἔκανε λάθη, ὡστόσο, ὡς γνήσιος “τζέντλεμαν” ὁ ἄνδρας της, ὡς ἄνθρωπος πού διέθετε διάκρισι, προσποιοῦνταν ὅτι δέν ἔβλεπε τά ἀτοπήματά της, “σάν πατέρας της τῆς φερόταν”, ὡς ἕνας γνήσιος ἥρωας ἀπ᾽ τίς πρῶτες ἐποχές τῆς συζυγίας τους.

Ὁ ἄνδρας ἦταν μέτοχος σέ ἑταιρεία πού ἕδρευε στό ἐξωτερικό καί ἄρα τό ἀνάγκαζε ἡ συγκυρία νά φύγη τό ζευγάρι γιά τά ξένα, ὅπως καί ἔφυγε. “Ἔ, τήν πῆρε καί ἔφυγαν στό ἐξωτερικό, σάν σύζυγό του, μαζί ἐκεῖ”. Ἐκεῖ, ὅμως, στά μακρινά, ἦρθε ὁ κακός λογισμός καί παρέσυρε μέ δίνη τό κορίτσι. “Ὅπως ἦταν λίγο ζωηρούλα καί ἀκατάρτιστη, σκέφτηκε ὅτι αὐτό γιά μένα τό ἔκανε —τό νά μετακινηθοῦν— γιά νά μέ χωρίση ἀπ᾽ τό περιβάλλον μου”. Πίστεψε τό νοῦ της, καί, τότε, “τόν παρατάει τόν ἄνδρα της καί φεύγει καί ἔρχεται πίσω στήν Ἑλλάδα καί πηγαίνει σέ κάποιο καζίνο καί δουλεύει σάν ἐλεύθερη γυναῖκα, ἐπ᾽ ἀμοιβή”. Ὁ σύζυγος, ὡστόσο, δέν φάνηκε νά πτοῆται ἀπ᾽ τήν ἄξαφνη φυγή της, διότι ἐκεῖνος τήν ἀγαποῦσε καί ἦταν ἱκανός νά τή συγχωρῆ, νά κάνη θυσίες, νά μακροθυμῆ, νά διασώζη τά πολλά καί σπουδαία λάθη της. “Αὐτός”, διηγεῖται ὁ Γέροντας, “ἀπ᾽ τή στιγμή πού ἔφυγε ἀπό κοντά του, ἄρχισε νά ἐξομολογῆται στό Θεό καί νά τόν παρακαλῆ, μέ ἕνα εἶδος, οπως νά σοῦ πῶ, δικαζότανε μέ τό Θεό!”.

Ὁ Βατοπαιδινός ἀναφέρεται στίς συγκλονιστικές προσευχές αὐτοῦ τοῦ “τζέντλεμαν” καί τίς δεήσεις ἑνός ὁλόκληρου καιροῦ: “Ἐπί δύο ἔτη, κάθε μέρα ἔκλαιγε: ‘Πανάγαθε, παρά δέ Κυρίου ἁρμόζεται γυνή ἀνδρί, ἐγώ προσευχήθηκα σέ Σένα καί ξέρεις τή διάθεσί μου. Εἶναι ἀδύνατον νά πιστέψω ὅτι αὐτή ἡ γυναῖκα εἶναι τυχαία γιά μένα! Ἐσύ μοῦ τήν ἔδωσες! Τή θέλω, Πανάγαθε! Ζητῶ τή γυναῖκα μου! Τί πειράζει, ἄν πλανήθηκε ἕνα κοριτσάκι; Γιά ποιόν σκοπό ἦρθες στή Γῆ; Δέν ἦρθες Ἐσύ νά ἐπιστρέψης τό πεπλανημένο; Δέν ὁρκίστηκες στό Ὄνομά Σου, ὅτι δέν θέλεις τό θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ; Δέν ὑποχωρῶ, ἐπιμένω, ζητῶ δικαιοσύνη! ̓”. Ἔκλαιγε. Σπάραζε. Γονάτιζε. Ζοῦσε ὅπως ζοῦσε, ὁ καιρός περνοῦσε. Ἡ κορούλα δέν γυρνοῦσε, ἀλλά ἐκεῖνος ὡς ἀκλόνητη ὀροσειρά εἶχε καταφέρει νά συμπληρώση εἴκοσι τέσσερεις ὁλόκληρους μῆνες τῆς ἴδιας ἐπιμονῆς κραυγῆς πρός τό Θεό: “Θέλω τή γυναῖκα μου, νά μοῦ τή φέρης πίσω! Ἀφοῦ δέν μπορεῖ ἐκείνη, γιατί πλανήθηκε, πάρε τή δική μου προσευχή! Δέν εἶπες Κύριέ μου, ‘εὔχεσθε ὑπέρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε; ̓”. Δύο χρόνια ἡ ἴδια ἱστορία. Τό ἴδιο κλαμα, ἡ ἴδια ἡρωϊκή διάθεσι. “Στεκόταν στήν ἔπαλξι τῆς ἀπαιτήσεως πρός τό Θεό”. Ἡ προσευχή του ἔφθασε νά εἶναι φοβερά παράκλησι, ἐπαινετά ἐξαντλητική γιά τή μικρή ὀμορφούλα τῆς καρδιᾶς του.

Ἐκεῖ, ὅμως, στό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, σέ περιμένει ὁ Θεός γιά νά σέ πιάση. “Στά δύο χρόνια ξύπνησε ἡ κόρη!”, λέει, τώρα, ὁ παπποῦς. Τήν κορούλα τή βασάνιζαν οἱ τύψεις. Γνώριζε τό μέγεθος τοῦ ἀτοπήματός της καί ἄρα τήν κλοτσοῦσε ἠ συνείδησί της. “Ἄρχισε νά σκέφτεται ὅτι θά πρέπη ὁ Θεός νά κάνη ἄλλη κόλασι, γιατί τούτη πού εἶναι, εἶναι μικρή γιά μένα. Πιάνει καί γράφει ἕνα γράμμα στόν ἄνδρα της, καί λέει: ‘Δέν τολμῶ νά σέ ὀνομάσω, δέν ἔχω θέσι. Ἀλλά, ἄν ἐπιστρέψω, δέν μέ δέχεσαι πίσω σάν ὐπηρέτρια; ̓”. Ὁ ἄνδρας, μόλις διάβασε τό γράμμα της, πλημμύρισε ἀπό χαρά. Δέν ὑπῆρξε γι᾽ αὐτόν οὔτε ἴχνος δεύτερης σκέψεως. Ἀμέσως λαχτάρισε πίσω τή γυναῖκα του. Ἡ ἀγάπη συγχωρεῖ, ζέει ὀρθή, δέν γνωρίζει μικρότητες. Μεγαλοθυμεῖ! Σημειώσεις λαθῶν δέν θά κρατήση ἡ ἀγάπη. Σχίζει τά τεφτέρια. Τά διαγράφει ὅλα, σχεδιάζει τά μέλλοντα. “Ἀπαντάει αὐτός”. Γράφει καί στέλνει μία ἀπάντησι ἡρωϊκή. “‘Ἀγάπη μου ̓, ἔγνεφε μέσα μέ ζεστασιά, ‘γιατί εἶπες αὐτό τό λόγο; Δέν σέ ἔστειλα γιά διακοπές καί ἀναμένω τή σύζυγό μου νά ἔρθω πίσω στήν ἀγκαλιά μου; ̓. Ἔ, πῆρε θάρρος αὐτή καί λέει ἔρχομαι!”.

Πανηγύριζε ἤδη ὁ οὐρανός, οἱ Ἅγιοι, οἱ Ἄγγελοι, ὅλοι μαζί ἕνας ψαλμός γιά τό ζευγάρι πού ἑνώνονταν ξανά, διότι χαίρεται πολύ καί ἡ Θεοτόκος σμίγοντας πίσω τά ζευγάρια. Ἀπέμεινε ἡ συνάντησί τους. “Συνεννοήθηκαν γιά τό χρόνο κι αὐτός τήν περίμενε στό ἀεροδρόμιο. Ὅταν ἦρθε στό ἀεροδρόμιο καί βγῆκε ἔξω καί ἐλευθερώθηκε, μόλις τόν εἶδε ἀπέναντι, ἔπεσε κάτω καί ἄρχισε νά κλαίη, νά χτυπιέται. Ἐκεῖνος τήν πῆρε στήν ἀγκαλιά του, ἔτσι μπροστά στόν κόσμο. ‘Ἀγάπη μου, γιατί κάνεις ἔτσι καί μέ πληγώνεις; Μέ τόση λαχτάρα σέ περιμένω νά πᾶμε σπίτι μας, κι ἐσύ τί κάνεις ἔτσι; ̓. Τήν πῆρε στό σπίτι”.

“Ἔ, αὐτό τό βράδυ, πάτερ”, εἶχε ἐμπιστευτῆ ἐκεῖνος ὁ σύζυγος στό Γέροντα Ἰωσήφ τό Βατοπαιδινό, “ἀπ᾽ τήν ὥρα πού ἔβαλα τό κεφάλι μου στό μαξιλάρι μου μέχρι τό πρωΐ, ὁ φύλακας μου ἄγγελος μέ γύρισε ὅλες τίς χωρεῖες τῶν Ἁγίων, ὅλη τή δόξα τοῦ Παραδείσου!”»(ΚΠ, 437).


<>.








Η αγάπη βρίσκει τον τρόπο, η αδιαφορία βρίσκει πάντα μια δικαιολογία


<>


Λόγια Αγίων περί Αγάπης


*Αγάπη είναι η ομορφιά της ψυχής.

—Aγιος Αυγουστίνος Ιππώνος Β. Αφρικής


* Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατακτήσει την τέλεια αγάπη, παρά μονο εκείνος που απέβαλε τον παλιό εαυτό του.

—Άγιος Βασίλειος ο Μέγας


*Πουθενά δεν βρίσκεται η αγάπη χωρίς ταπείνωση, ούτε ταπείνωση χωρίς αγάπη. Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση.

—Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης


* Η πολυχρόνια υπομονή οδηγεί στην ταπείνωση. Η ταπείνωση οδηγεί στην υγεία της ψυχής. Η υγεία της ψυχής στη γνώση του Θεού. Η γνώση του Θεού στην αγάπη του Θεού. Και, τέλος, η αγάπη του Θεού στη χαρά του Θεού, τη γλυκύτερη όλων

—Άγιος Ισαάκ ο Σύρος



<>.





Έρωτας σε γάμο...

Μια όμορφη και πιστή οικογένεια έζησε πολύ καλά το Μυστήριο του Γάμου, είκοσι χρόνια γάμου.  Μια μέρα ξέσπασε σφοδρή φωτιά στο σπίτι.  Οι γείτονες κάλεσαν την πυροσβεστική, η γυναίκα και ο σύζυγός του μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο.  Λίγες μέρες αργότερα, οι γιατροί είπαν στον σύζυγό της:

 - Καταφέραμε να σώσουμε τη γυναίκα σου, αλλά είναι αγνώριστη: από τη μέση και πάνω είναι μια αγνώριστη από  το καμένο δέρμα, το στόμα της είναι παραμορφωμένο, έχει χάσει ένα κομμάτι από τη μύτη της, το αυτί της.  Θα είναι δύσκολο για εμάς να βοηθήσουμε τη γυναίκα σας να ξαναβρεί τη ζωή της.

 Είπε χαμηλόφωνα:

 - Κι εγώ υπέφερα πολύ από αυτή τη φωτιά, είμαι τυφλός, πρέπει να φοράω ειδικά γυαλιά.

 Πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο και μεταφέρθηκαν στο  σπίτι που αγοράστηκε με τη βοήθεια συγγενών και φίλων και κλείστηκαν στο σπίτι, αλλά δεν έβγαιναν από το σπίτι.  Ήταν εντελώς παραμορφωμένη, αλλά έζησαν μαζί για άλλα δεκαεπτά χρόνια .Μετά η γυναίκα του πέθανε .

 Στην κηδεία ... η έκπληξη συγγενών και φίλων ήταν μεγάλη!  Ήταν χωρίς γυαλιά και χωρίς μπαστούνι: δεν ήταν τυφλός.  Είπε ψέματα γιατί ήξερε ότι αυτή η σύζυγος δεν θα μπορούσε ποτέ να αισθανθεί ότι την αγαπούν πραγματικά αν ήξερε ότι έβλεπε την παραμόρφωσή της.

 Ηθική: Να αγαπάς σημαίνει να έχεις το θάρρος να παίζεις στα τυφλά για να βλέπει ο άλλος το φως.  Να αγαπάς σημαίνει να θυσιάζεσαι για τον άλλον και να ζεις μέσα από τον άλλον!  Η αληθινή αγάπη δεν κρατά μόνο στον τάφο, αλλά περνά πέρα ​​από τον θάνατο στην αιωνιότητα σε Αυτόν που είναι - Ζωή χωρίς θάνατο και Αγάπη χωρίς τέλος!

https://apantaortodoxias.blogspot.com/2022/07/blog-post_90.html


<>




Ποιος πρέπει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού; Η γυναίκα ή ο άντρας;


—Γέροντα, ποιος πρέπει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού; Η γυναίκα ή ο άντρας; 

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994):

—Όποιος προλάβει πρώτος... Αυτός θα έχει και τον μεγαλύτερο μισθό.



<>.


“Nομικός τίς προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ ἐκπειράζων αὐτόν καί λέγων· ... τίς ἐστί μου πλησίον;” (Λουκ. 10, 25-37, Παραβολή Καλοῦ Σαμαρείτη)


“Nομικός τίς προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ ἐκπειράζων αὐτόν καί λέγων· ... τίς ἐστί μου πλησίον;” (Λουκ. 10, 25-37, Παραβολή Καλοῦ Σαμαρείτη)


Μία ἀπ᾽ τίς πιό ἀπολαυστικές στιγμές τῆς Ἱερωσύνης


εἶναι ἡ στιγμή πού ἔχει τελειώσει ἡ Θ. Λειτουργία,


μέσα στήν ἡσυχία


καί μέ τήν ἐκκλησιά νά μοσχοβολᾶ πατόκορφα λιβάνι,


ὁ ἱερέας βρισκόμενος “μόνος μόνῳ Θεῷ”


καταλύει (τρώγει τό περιεχόμενο) τό Ἅγ. Ποτήριο.


Τί εἶναι μέσα στό Ποτήριο;


Ὁλάκερος ὁ κόσμος (ὁρατός καί ἀόρατος)


Ἐκεῖ εἶναι ἡ Παναγία πού τόσο εὐλαβεἶσαι...


Ἐκεῖ ὁ Θυσιαζόμενός μας Χριστός...


Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος πού φέρεις


βαρύ φορτίο κληρονομιᾶς τό ὄνομά του...


Ἐκεῖ ὅμως καί ἐκείνος


πού δέν συμπαθεῖς,


πού ἐνῶ δέν τοῦ κρατᾶς κακία (γιατί εἶσαι καί “Χριστιανός”)


ἀλλάζεις πεζοδρόμιο γιά νά μήν συναντηθῆτε...


κι ὅμως μπορεῖ νά μήν τόν ἀντέχῆ ἡ “ἁγιότητά” σου


βρίσκεται δίπλα σου μέσα στό Ποτήριο


κολυμπώντας στήν ἀδιάκριτη ἀγάπη τοῦ Χριστού μας...


Λυγίζουν τά γόνατα τοῦ ἱερέως


στό ὑπέρλογο θέαμα


τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ Ἁγ. Ποτηρίου...


Γίνεται καί ὁ παππούλης


μέ τήν κατάλυσι


ἕνα χωνευτήρι τῆς ἀγάπης!


π. Ἰωάννης Παπαδημητρίου


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2020/01/blog-post_563.html




<>.


Ένας καλλιτέχνης...


Ένας καλλιτέχνης που ζούσε σε ένα μικρό χωριό, έκανε αγιογραφίες και τις πουλούσε σε καλή τιμή. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί.


Μια φορά ήρθε ένας κακός άνθρωπος από το χωριό και του είπε:


"Βγάζεις πολλά λεφτά από τη δουλειά σου. Γιατί δεν βοηθάς τους φτωχούς στο χωριό; Κοίταξε τον χασάπη, δεν έχει πολλά λεφτά, αλλά δίνει δωρεάν κρέας στους φτωχούς κάθε μέρα. Κοίταξε τον φούρναρη - κι ας είναι φτωχός και πατέρας μεγάλης οικογένειας, δίνει δωρεάν ψωμί κάθε μέρα".


Ο καλλιτέχνης δεν του απάντησε, αλλά μόνο χαμογέλασε. 


Ο άνθρωπος έφυγε θυμωμένος και διέδωσε στο χωριό ότι ο καλλιτέχνης είναι πολύ πλούσιος, αλλά είναι ένας άθλιος και δεν βοηθάει τους φτωχούς.


Μετά από λίγο ο καλλιτέχνης αρρώστησε και κανείς στο χωριό δεν του έδωσε σημασία. Πέθανε μόνος του.


Πέρασε καιρός και οι κάτοικοι του χωριού παρατήρησαν ότι ο χασάπης δεν έδινε πλέον δωρεάν κρέας στους φτωχούς, ο φούρναρης επίσης δεν έδινε δωρεάν ψωμί στους φτωχούς. 


Όταν ρωτήθηκαν γιατί σταμάτησαν, είπαν:


"Σταματήσαμε γιατί ο καλλιτέχνης που μας έδινε χρήματα κάθε μήνα για να σας βοηθούμε, πέθανε".


Γι᾽ αυτό δεν πρέπει να καταδικάζουμε κανέναν γιατί δεν ξέρουμε τι κρύβεται στην ψυχή του. Μόνο ο Θεός ξέρει και μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να κρίνει.


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2021/03/blog-post_204.html




<>.


Το να βοηθάς κάποιον άλλον μέσα από δυσκολίες είναι εκεί που ξεκινά ο πολιτισμός


Πριν από χρόνια, η ανθρωπολόγος Margaret Mead ρωτήθηκε από έναν μαθητή τι θεωρούσε ως το πρώτο σημάδι πολιτισμού σε μια κοινωνία. Ο μαθητής περίμενε την Mead να μιλήσει για αγκίστρια ή πήλινα αγγεία ή γλυπτά. Αλλά όχι. Η Mead είπε ότι το πρώτο σημάδι του πολιτισμού σε έναν αρχαίο πολιτισμό ήταν ένα μηριαίο οστό που είχε σπάσει και στη συνέχεια είχε πλήρως επουλωθεί. Η Mead εξήγησε ότι στο βασίλειο των ζώων, αν σπάσεις το πόδι σου, πεθαίνεις. Δεν μπορείς να φύγεις από τον κίνδυνο, να φτάσεις στο ποτάμι και να πιείς νερό ή να κυνηγήσεις για φαγητό. Είσαι τροφή για άγρια θηρία. Κανένα ζώο δεν επιβιώνει από ένα σπασμένο πόδι αρκετό καιρό ώστε να επουλωθεί το οστό. Ένας σπασμένος μηρός που έχει επουλωθεί είναι απόδειξη ότι κάποιος έχει πάρει χρόνο για να μείνει με αυτόν που έπεσε, έδεσε την πληγή, έχει μεταφέρει το άτομο σε ασφαλές μέρος και έχει φροντίσει το άτομο να ανακάμψει. Το να βοηθάς κάποιον άλλον μέσα από δυσκολίες είναι εκεί που ξεκινά ο πολιτισμός, είπε η Mead. 


"Είσαι στα καλύτερά σου όταν εξυπηρετείς άλλους. Να είσαι πολιτισμένος".


—Ira Byok" (Via: Ξένος Σάββας)


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2020/08/margaret-mead.html


<>.


Κάνουν λάθοι αλλά κρύβουν τόση ηπιότητα και γλυκάδα μέσα στην καρδιά τους 


«Ζοφερό καί μαῦρο βλέπουμε τό μέλλον αὐτῆς τῆς Γῆς. Μά ὁ Θεός πού τοῦ ἀρέσουν τά surpise πάντα ἔχει ἕνα ἄλλο σχέδιο.


Θεωροῦμε τίς νέες γενιές ὡς ἀδιάρμιστες (ἀκατάστατες) καί κακοκαμωμένες καί κλαῖμε γι᾽ αὐτό πού ἔρχεται.


Κι ὅμως θωρείς στούς περισσότερους νέους μία εὐαισθησία, μία ἁπαλότητα, ἕνα πιό ταπεινό πνεῦμα καί μία εὐαισθητοποίησι γιά τόν πόνο τῶν ἄλλων καί ὅλης τῆς κτίσεως.


Γνωρίσαμε καί τίς παλαιές γενιές τῶν πιστῶν καί ἀθώων μέν ἀνθρώπων μά ἐπίσης καί τῶν σκληροκαρδίων, ἀμετάπειστων, ἀπόλυτων, ξεροκέφαλων καί σκληροτάτων ἀνθρώπων.


Προκρίνω τό σήμερα. Μέ παιδιά τά “κουζουλά” καί “απροσάρμοστα” πού κάνουν μέν λάθη ἀλλά κρύβουν τόση ἠπιότητα καί γλυκάδα μέσ᾽ τήν καρδιά τους.


Σέ πανήγυρι εὑρισκόμενος πρίν λίγες ἡμέρες, καί ἐνῶ καθόμουν μέσα στό Ἱερό εἶχε συνωστιστεί δίπλα μοῦ ἕνας ὄμιλος παιδιῶν καί ἐφήβων πού φοροῦσαν πολύχρωμες παπαδακίστικες στολές. Τά γέλια, τά πειράγματα καί τά πολλά τά λόγια δέν ἀπόλειπαν. Κάποια στιγμή μία μεγάλη, παρδαλή καί ἐπικίνδυνη σφήκα μπῆκε μέσα. Ἕνα παιδί στράφηκε ἐνστικτωδῶς νά τήν πατήση, ὅπως θά κάναμε ὅλοι στή θέσι τους.


Μά τότε φώναξαν οἱ ὑπόλοιποι:


—Ὄχι βρέ σύ, μήν τήν πατήσεις , ἄφησέ τήν νά ζήση.


Καί λαμβάνοντας, ἕνα χαρτομάντηλο τήν ἔπιασαν καί τήν ἄφησαν ἀπ᾽ τό παραθύρι τοῦ Ἱερού ν᾽ ἀναπετάξη στήν φωλιά της.


Πρίν μία ἑβδομάδα ἡ Πέμπτη Δημοτικοῦ ἑνός κοντινοῦ σχολείου ἐπισκέφθηκε τήν ἐκκλησία μας. Πῆραν τά παιδιά νά προσκυνοῦν μέ δέος ὅλες τίς ἁγίες εἰκόνες ὥσπου ἕνα ἀγοράκι παραπάτησε στά σκαλοπάτια τοῦ Τέμπλου καί κόντευσε νά πέση.


Ἀμέσως τότε ἕνα κοριτσάκι πῆγε νά βάλη τά γέλια.


Ὅμως ἕνας συμμαθητής της εἶχε ἄλλη ἄποψι.


—Εἶσαι καλά; Ἄν δηλαδή ἔπεφτε καί χτύπαγε τό κεφάλι του θά χαιρόσουν;


Στόν γκισέ μίας δημόσιας ὑπηρεσίας στέκονταν βαριεστημένος ἕνας 65άρης. Τοῦ ᾽χε προμηθεύσει ἡ σύζυγός του ὅλα τά χαρτιά πού ἔπρεπε. Ὅμως εἶχε λησμονήσει ἕνα δικαιολογητικό.


Τότε τήν παίρνει τηλέφωνο ἀπ᾽ τό κινητό του.


—Μωρή... γιατί μωρή ξέχασες αὐτό τό χαρτί, μήν ἔρθω ἐκεῖ καί...


Λίγο πιό μετά ἔφτασε στήν ἴδια ὑπηρεσία ἕνας 30άρης.


Καί ἐκείνου εἶχε ἀποξεχάσει ἡ γυναίκα του νά τοῦ προμηθεύση ἕνα ἀπ᾽ τά ἀπαραίτητα ἔγγραφα.


Την καλεί ἀμέσως στό τηλέφωνο καί τῆς λέει:


—Ἀγάπη μου, συγγνώμη ξέχασες τό τάδε χαρτί, σέ παρακαλώ ποῦ τό ἔχεις νά πάω νά τό πάρω;


Δέν ἐμφανίστηκε ὁ Θεός στόν Προφήτη Ἠλία οὖτε στό σεισμό, οὖτε στή φωτιά, οὖτε στή θύελλα, μά στή γλυκιά καί ἤπια αὔρα σάν τίς ψυχές ἐτοῦτες τῶν νέων γενεῶν πού ἦρθαν καί ἔρχονται σέ πεῖσμα τῶν ἐρεβομανῶν ἤ καί ἀπέλπιδων λατρευτῶν τῆς ζοφερῆς Κασσάνδρας»


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/04/blog-post_444.html



<>.


Μερικές φορές μου άρεσει το ψημένο ψωμί λίγο καμένο


Ἀναφέρει ἡ Ntiana Meis:


«Μετά ἀπό μιά μακρά καί σκληρή ἐργάσιμη ἡμέρα, ἡ μητέρα μου ἔβαλε ἕνα πιάτο λουκάνικα καί μιά πολύ καμένη φέτα ψωμί μπροστά στόν πατέρα μου. Θυμᾶμαι πού τόν περίμενε νά τό προσέξη.


Ἀλλά αὐτός πῆρε τό ψωμί, χαμογέλασε καί μέ ρώτησε πῶς πῆγε ἡ ἡμέρα μου στό σχολεῖο. Δέν θυμᾶμαι τί τοῦ εἶπα, ἀλλά θυμᾶμαι νά τόν βλέπω χαλαρό καί γλυκό πάνω στό καμένο ψωμί καί νά τό τρώη. Ὅταν σηκώθηκε ἀπ᾽ τό τραπέζι ἐκεῖνο τό βράδυ, θυμᾶμαι πώς ἡ μαμά μου ζήτησε συγγνώμη ἀπ᾽ τόν μπαμπά μου γιά τό καμένο ψωμί καί δέν θά ξεχάσω ποτέ αὐτό πού εἶπε:


“Γλυκιά μου, μήν ἀνησυχείς, μερικές φορές μοῦ ἀρέσει τό ψημένο ψωμί, λίγο καμένο”.


Ἀργότερα, ὅταν ἦρθε νά μέ φιλήση καί νά μοῦ πῆ καληνύχτα, ὅπως ἔκανε κάθε βράδυ, δέν μποροῦσα νά συγκρατήσω τόν ἑαυτό μου καί νά τόν ρωτήσω ἄν τοῦ ἄρεσε πραγματικά τό καμένο ψωμί. 


Μέ ἀγκάλιασε καί μοῦ εἶπε, “ἡ μητέρα σου εἶχε μιά πολύ δύσκολη μέρα ἐργασίας, εἶναι πολύ κουρασμένη, καί τό καμένο ψωμί δέν κάνει κακό σέ κανένα”.


Ἡ ζωή εἶναι γεμάτη ἀπό ἀτελή πράγματα. Πρέπει νά μάθουμε νά δεχόμαστε ἐλαττώματα καί νά ἐκτιμοῦμε κάθε μιά ἀπ᾽ τίς διαφορές τῶν ἄλλων, διότι ἡ κατανόησι καί ἡ ἀνοχή εἶναι στή βάσι ὁποιασδήποτε καλῆς σχέσεως. Γι᾽ αὐτό νά εἶσαι πιό εὐγενικός ἀπ᾽ ὅσο νομίζεις, γιατί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τή στιγμή πού ἔκαναν ἕνα λάθος ἤ ἕνα “καμένο ψωμί” ἔχουν κάποιο πρόβλημα. 


Νά σέβεσαι τίς προσπάθειες ὅλων, γιατί δέν ξέρεις τί ἔχει στό κεφάλι του καί ποιό εἶναι τό πρόβλημά του. Ἡ ζωή εἶναι μιά σειρά ἀπό μικρούς συμβιβασμούς γιά νά ἔχης κάτι μεγάλο, ἀληθινό”.


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2018/11/blog-post_674.html




<>.



Σε αγαπώ παιδί μου... 


Ένα συγκλονιστικό κείμενο για τους ηλικιωμένους γονείς μας


Οι γονείς για όλους μας είναι οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή μας. Γιατί μας έφεραν στη ζωή και με υπομονή κι αγάπη μας έμαθαν τη ζωή.


Όταν όμως τα χρόνια περάσουν και κάποτε η ηλικία βαρύνει στους ώμους τους, είναι φορές που αντιμετωπίζονται ως βάρος από τα παιδιά τους. Τα παρακάτω λόγια ελπίζουμε να ευαισθητοποιήσουν ακόμη περισσότερο όσους έχουν ηλικιωμένους γονείς …χρειάζεται υπομονή.


Εάν μια μέρα με δεις “γέρο”, εάν λερώνομαι όταν τρώω και δεν μπορώ να ντυθώ, έχε υπομονή.


Θυμήσου πόσο καιρό μου πήρε για να σου τα μάθω… αυτά όταν εσύ ήσουν μικρός.


Εάν όταν μιλάω μαζί σου επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα, μην με διακόπτεις, άκουσε με.


Όταν ήσουν μικρός κάθε μέρα σου διάβαζα το ίδιο παραμύθι μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.


Όταν δεν θέλω να πλυθώ μην με μαλώνεις και μην με κάνεις να αισθάνομαι ντροπή…


Θυμήσου όταν έτρεχα από πίσω σου και έβρισκες δικαιολογίες όταν δεν ήθελες να πλυθείς.


Όταν βλέπεις την άγνοιά μου στις νέες τεχνολογίες, δώσε μου χρόνο και μη με κοιτάς ειρωνικά, εγώ είχα όλη την υπομονή να σου μάθω το αλφάβητο.


Όταν κάποιες φόρες δεν μπορώ να θυμηθώ ή χάνω τον συνειρμό των λέξεων, δώσε μου χρόνο για να θυμηθώ και εάν δεν τα καταφέρνω μην θυμώνεις…


Το πιο σπουδαίο πράγμα δεν είναι εκείνο που λέω αλλά η ανάγκη που έχω να είμαι μαζί σου και κοντά σου και να με ακούς.


Όταν τα πόδια μου είναι κουρασμένα και δεν μου επιτρέπουν να βαδίσω μην μου συμπεριφέρεσαι σαν να ήμουν ένα “βάρος”, έλα κοντά μου με τα δυνατά σου μπράτσα, όπως έκανα εγώ όταν ήσουν μικρός και έκανες τα πρώτα σου βήματα.


Όταν λέω πως θα ήθελα να “πεθάνω”… μη θυμώνεις, μια μέρα θα καταλάβεις τι είναι αυτό που με σπρώχνει να το πω.


Προσπάθησε να καταλάβεις πως στην ηλικία μου δεν ζεις, επιβιώνεις.


Μια μέρα θα ανακαλύψεις ότι παρόλα τα λάθη μου πάντοτε ήθελα το καλύτερο για σένα, για να σου ανοίξω τον δρόμο.


Βοήθησέ με να περπατήσω, βοήθησέ με να τελειώσω τις ημέρες μου με αγάπη και υπομονή.


Σε αγαπώ παιδί μου…».



<>.


Ο Άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου (+1970) και η αγάπη του προς τα δένδρα


Ο αείμνηστος αγαπούσε πολύ το πράσινο και καθώς τα πεύκα ήταν σχεδόν άγνωστα στο νησί της Πάτμου, οι απλοϊκές γυναίκες όταν τα πρωτόειδαν φυτεμένα από εκείνον τα είπαν «Αμφιλοχιακά». Έκανε πρασιές πεύκων και από το φυτώριό του εφύτευε νέες ρίζες ο ίδιος και έδιδε και στους άλλους να φυτεύουν συχνά μάλιστα τους υποχρέωνε στην εξομολόγησή των να φυτεύουν 2-5 πεύκα για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των – σοφή σκέψη σοφού πατρός! Έτσι παρουσίασε λίγο πράσινο το κατάξερο νησί που τόσο αγαπούσε ο άγιος πατέρας. «Όποιος φυτεύει δένδρο φυτεύει ελπίδα, φυτεύει ειρήνη, φυτεύει αγάπη και έχει τις ευλογίες του Θεού» έλεγε πάντα στον κύκλο του. Αυτό το αναγνωρίζει η Αγνή Ρουσοπούλου που γράφει στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 8-10-1975:


«Στην προσπάθεια αυτή (της δενδροφυτεύσεως) μπορούν να βοηθήσουν και οι φωτισμένοι κληρικοί. Αρχή είχε κάμει ο μακαρίτης ήδη πατήρ Αμφιλόχιος στην Πάτμο, που ζητούσε από τους εξομολογουμένους σε ένδειξη μετανοίας να φυτέψουν ένα δένδρο».


Δεν εφρόντιζε μονάχα για το φύτεμά τους ο ίδιος. Κοπίαζε μαζί μου για το πότισμα των μικρών δένδρων στους άνυδρους μήνες του καλοκαιριού. Πίστευε πως γίνεται συνδημιουργός στη φύση με τον Πλάστη Θεό όποιος φυτεύει είτε ποτίζει ένα δένδρο. Τιμωρούσε πολύ αυστηρά τους εξομολογουμένους όταν του έλεγαν ότι κατέστρεψαν ένα δένδρο. Μια μοναχή είχε καταστρέψει ένα πεύκο, ποτέ δεν τον είδα να αγανακτήση τόσο πολύ και να θυμώση από ιερή αγανάκτηση σαν τον Κύριο που πήρε το μαστίγιο και έδιωξε τους εμπόρους από το Ναό του Σολομώντος· την υπεχρέωσε να φυτεύσει πέντε πεύκα και να τα ποτίζει τρία χρόνια για να την συγχωρέση ο Θεός! Κι’ όταν μεγάλωναν τα δένδρα η χαρά του ήταν να βρίσκεται στην σκιά τους και να περνά ώρες ολόκληρες προσευχόμενος· αινούσε μαζί με τα δένδρα τον Κύριο, όπως ψάλλει ο προφήτης «Αινείτε τον Κύριον τα όρη και πάντες οι βουνοί, ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι… Νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου» (Ψαλμός 148).


Λαχταρούσε να ιδή την Πάτμο καταπράσινη και πανηγύριζε στο άκουσμα ότι τα παιδιά της Πατμιάδος φύτεψαν χίλια ή δύο χιλιάδες πεύκα. Πόσοι πατέρες δεν έζησαν στο νηπτικό περιβάλλον δένδρων και δασών, που η σκέψη του ουρανού καλλιεργείται εύκολα μέσα στο Ναό της Φύσεως!


Ασφαλώς θα εγνώριζε την περσική παροιμία που λέγει «τα δένδρα είναι κάθετες προσευχές προς τον Ουρανό…». Σε πνευματικό του τέκνο στις 15- 9-53 έγραφε από τον άγιο Μηνά Αιγίνης: «έχομε μια μικρή ταράτσα που εκεί πάνω τα βράδια γίνεται ο εσπερινός και το απόδειπνο, και μαζί με τας αδελφάς συμψάλλουν τα πεύκα και η θάλασσα, ο δε γκιώνης με την μελαγχολική του φωνή νομίζεις ότι λέγει το «Κύριε ελέησον» και έτσι τα πάντα εδώ μιλάνε και δοξολογούν τον Πλάστη».


Μέσα στην φύση βρίσκει τον τρόπο να ζή το υπέρ φύσιν. Όλα τα δημιουργήματα τον συγκινούσαν, περισσότερο όμως τα δένδρα. Πονούσε και έκλαιγε όταν διάβαζε στις εφημερίδες πως δάση ολόκληρα της πατρίδας μας καίγονται, εγκληματίες καλούσε τους υπεύθυνους των πυρκαϊών. Και δεν είχε άδικο! Δεν ξεύρω τι θάλεγε σήμερα με τις ομαδικές πυρκαϊές σ’ αυτόν τον άμοιρο τόπο μας για τα ταπεινά συμφέροντα ορισμένων ιδιοκτητών δασικών εκτάσεων!


Προστάτεψε τα δάση μας, Γέροντα, από τους Ουρανούς που είσαι!


Από το βιβλίο: Αρχιμ. Παύλου Νικηταρά, «ο Γέροντας Αμφιλόχιος», σελ.71-73, στ’ έκδοση 1999.


Πηγή:


https://www.orthodoxianewsagency.gr/gnomes/o-agios-amfiloxios-kai-i-agapi-tou-pros-ta-dendra/



<>.


Η αγάπη και η ελεημοσύνη της Γερόντισσας Θεοφανώς, ηγούμενης της Ι. Μονής Κεχροβουνίου Τήνου


Ἡ Μοναχή Θεοφανώ Βιδάλη Προηγούμενη τῆς Ἱ. Μ. Κεχροβουνίου Τήνου ὅταν διακονούσε ὡς ἐκκλησάρισσα, ἡ Ἡγουμένη Μαγδαληνή Χρυσούλη τῆς ἔκανε δῶρο ἕνα ζευγάρι παπούτσια γιά νά ἀνεβαίνη χωρίς κίνδυνο στή σκάλα καί νά ἀνάβη τά κανδήλια. 


Μιά βροχερή ἡμέρα στό μοναστήρι ἀνέβηκε γιά νά προσκυνήση μιά φτωχή νησιώτισσα ξυπόλυτη. Χωρίς νά τό σκεφτῆ ἡ ἀδελφή Θεοφανώ, τῆς προσέφερε τά παπούτσια. 


Ἡ ἡγουμένη Μαγδαληνή μάλωσε τή μοναχή, ἡ οποία μέ ἁπλότητα ἀπάντησε:


—Ἐγώ Γερόντισσά μου ἔχω τά παλιά παπούτσια, ἐνώ αὐτή ἡ γριούλα ἦταν ἐντελῶς ξυπόλυτη στά νερά τῆς βροχῆς.


—Μα ἦταν πανάκριβα, εἶπε ἡ ἡγουμένη, στερηθήκαμε γιά νά σοῦ τά ἀγοράσουμε.


—Εὐλόγησον, συγχωρέστε με, εἶπε ἡ ἀδελφή Θεοφανώ. 


Τήν άλλη μέρα τό πρωΐ ὁ ταχυδρόμος κρατοῦσε ἕνα δέμα γιά τήν ἀδελφή Θεοφανώ πού περιεῖχε ἕνα ὁλοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια καί 50 δραχμές ἐσώκλειστες σέ φάκελο γιά προσευχή.


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2016/07/blog-post_0.html



<>


Η προσευχή είναι αγάπη


Ἕνα κρουαζιερόπλοιο κατά τή διάρκεια μιᾶς σφοδρότατης καταιγίδας βυθίστηκε καί μόνο δύο ἀπ᾽ τούς ἐπιβάτες του κατάφεραν νά κολυμπήσουν μέχρι ἕνα μικρό ἐρημονήσι.


Οἱ δύο ναυαγοί μή ξέροντας τί ἄλλο νά κάνουν, συμφώνησαν ὅτι δέν εἶχαν ἄλλη διέξοδο ἀπ᾽ τό νά προσευχηθοῦν στό Θεό.


Ὡστόσο γιά νά ἐξακριβώσουν ποιανοῦ ἡ προσευχή εἶναι ἰσχυρότερη ἀποφάσισαν νά χωρίσουν τήν περιοχή στά δύο καί νά μείνουν στίς ἀντίθετες πλευρές τοῦ νησιοῦ.


Τό πρῶτο πράγμα γιά τό ὁποῖο προσευχήθηκαν ἦταν τροφή.


Το ἑπόμενο πρωϊνό, ὁ πρῶτος ἄνδρας εἶδε ἕνα δένδρο γεμάτο φροῦτα στήν πλευρά του καί ἱκανοποίησε τήν πεῖνα του.


Ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ νησιού παρέμεινε ἄγονη.


Μετά ἀπό μιά ἑβδομάδα, ὁ πρῶτος ἄνδρας ἔνοιωθε μοναξιά καί ἀποφάσισε νά προσευχηθῆ γιά μιά σύζυγο. Τήν ἑπόμενη μέρα, μιά γυναίκα βγῆκε κολυμπώντας στή δική του πλευρά τοῦ νησιοῦ. Στήν ἄλλη πλευρά δέν ἔγινε τίποτε.


Σύντομα ὁ πρῶτος ἄνδρας προσευχήθηκε γιά ἕνα σπίτι, ροῦχα, περισσότερη τροφή. Τήν ἑπόμενη μέρα ἔγινε τό θαῦμα!


Ὅ,τι προσευχήθηκε τοῦ δόθηκε!


Ὡστόσο ὁ δεύτερος ἄνδρας ἀκόμη δέν κατάφερε νά ἀποκτήση τίποτε.


Τελικά, ὁ πρῶτος ἄνδρας προσευχήθηκε γιά ἕνα πλοῖο ὦστε αὐτός καί ἡ σύζυγος τοῦ νά μπορέσουν νά φύγουν ἀπ᾽ τό ἐρημονήσι.


Τό πρωΐ, βρῆκε ἕνα πλοῖο ἁραγμένο στή δική του πλευρά τοῦ νησιοῦ.


Ὁ πρῶτος ἄνδρας καί ἡ σύζυγός του ἐπιβιβάστηκαν στό πλοῖο καί ἀποφάσισαν νά ἀφήσουν τό δεύτερο ἄνδρα μόνο του στό νησί.


Θεώρησαν ὅτι ὁ δεύτερος ἄνδρας ἦταν ἀνάξιος νά λάβη τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ καθώς καμμιά ἀπ᾽ τις προσευχές του δέν εἰσακούστηκαν.


Καθώς τό καράβι ἦταν ἔτοιμο νά σαλπάρη, ὁ πρῶτος ἄνδρας ἄκουσε μιά φωνή ἀπ᾽ τόν Παράδεισο νά δονῆ τόν ἀέρα:


—Γιατί παρατᾶς τόν σύντροφό σου στό νησί;


—Οἱ εὐλογίες εἶναι μόνο δικές μου, καθώς ἐγώ ἤμουν αὐτός πού προσευχήθηκε γιά νά τις λάβη. Ἀπ᾽ τίς δικές του προσευχές δέν εἰσακούστηκε καμμία καί ἔτσι δέν τοῦ ἀξίζει τίποτε, ἀπάντησε ὁ πρῶτος ἄνδρας


—Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος, τόν ἐπίπληξε ἡ φωνή. Ὁ ἄνδρας αὐτός προσευχόταν μόνο γιά ἕνα πράγμα τό ὁποῖο καί εἰσακούστηκε. Ἄν δέν γινόταν αὐτό ἐσύ δέν θά λάμβανες καμμιά ἀπ᾽ τίς εὐλογίες Μου.


—Πές μου, ρώτησε ὁ πρῶτος ἄνδρας, ποιά ἦταν ἡ προσευχή του γιά τήν ὁποία τοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος;


—Προσευχόταν νά εἰσακουστοῦν ὅλες οἱ προσευχές σου...



<>


Ο μικρός Μίσα από τη Ρωσία


Τό παρακάτω περιστατικό συνέβη σ᾽ ἕνα ὀρφανοτροφεῖο στή Ρωσία, ὅπου περιθάλπονται μικρά παιδάκια, ἐγκαταλελειμμένα καί κακοποιημένα. Στό ὁρφανοτροφεῖο, λοιπόν, αὐτό, πῆγε παραμονές Χριστουγέννων ἕνας καθηγητής νά μιλήση στά παιδιά γιά τή μεγάλη αὐτή Ἑορτή. Τά περισσότερα ἀπ’ αὐτά ἄκουγαν γιά πρώτη φορά γιά τό Χριστό καί γιά τή Γέννησί Του. Ἕνα ἀγοράκι ἕξι χρονῶν, ὁ Μίσα, ἄκουγε μέ ἰδιαίτερη προσοχή τά λόγια τοῦ καθηγητῆ.


Στή συνέχεια δόθηκαν στά παιδιά ὑλικά γιά νά φτιάξουν τή σπηλιά, τή φάτνη καί ὅλα τά σχετικά.


Παρακολουθώντας ὁ καθηγητής τά χειροτεχνήματα τῶν παιδιῶν, πρόσεξε κάτι πού τοῦ ἔκανε ἐντύπωσι σέ ἐκεῖνο τοῦ Μίσα. Μέσα στή φάτνη τοποθέτησε δύο μωρά.


—Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Χριστός, τοῦ εἶπε ὁ καθηγητής. Ποιό εἶναι τό ἄλλο παιδάκι στήν κούνια;


Τότε ὁ μικρός Μίσα ἄρχισε νά τοῦ λέη τήν ἱστορία τῆς Γέννησεως τοῦ Χριστού πού πρίν λίγο εἶχε ἀκοῦσει ἀπ᾽ τό στόμα τοῦ καθηγητή, προσθέτοντας, ὄμως, καί κάτι δικό του. Ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο ὅπου ἡ Θεοτόκος τοποθέτησε τό βρέφος στή φάτνη συνέχισε μέ αὐτά τά λόγια:


—Τότε ὁ μικρός Χριστός γύρισε, μέ κοίταξε καί μέ ρώτησε ἄν εἶχα ἕνα μέρος νά μείνω. Ἐγώ Τοῦ εἶπα ὅτι δέν ἔχω οὖτε μητέρα, οὖτε πατέρα, οὖτε πουθενά γιά νά μείνω. Τότε ὁ Χριστός μου εἶπε νά μείνω μαζί Του.


Ἐγώ τότε σκέφτηκα πώς δέν εἶχα κανένα δώρο νά Τοῦ δώσω, ὄπως οἱ ἄλλοι. Πῶς θά μέ κρατοῦσέ μαζί Του;


Τό μόνο δώρο πού μποροῦσα νά Τοῦ προσφέρω ἦταν νά Τόν κρατήσω ζεστό. Γι᾽ αὐτό τόν ρώτησα:


—Ἄν Σέ κρατάω ζεστό, εἶναι γιά Σένα αὐτό ἕνα καλό δῶρο;


Ὁ Χριστός μοῦ ἀπάντησε:


—Ἄν Μέ κρατήσης ζεστό, αὐτό θά εἶναι τό καλύτερο δῶρο πού Μοῦ ἔχει δώσει κανεῖς ποτέ.


Ἔτσι μπῆκα στή μικρή κούνια, κι ἀφού γύρισε καί μέ κοίταξε ὁ Χριστός μοῦ εἶπε ὅτι μποροῦσα νά μείνω μαζί Του γιά πάντα.


Ὅταν τέλειωσε τήν ἱστορία ὁ μικρός Μίσα, τά μάτια του ἦταν γεμάτα δάκρυα πού ἔτρεχαν ἀσυγκράτητα στά μαγουλάκια του. Ἔσκυψε πάνω στό τραπέζι, κάλυψε τό πρόσωπο μέ τό χέρι κι ἔκλαιγε γοερά. Τό μικρό ὀρφανό εἶχε βρεῖ, ἐπιτέλους, Κάποιον πού δέν θά τόν ἐγκατέλειπε ποτέ, πού δε θά τόν κακοποιοῦσε. Κάποιον πού θά τοῦ ἔλεγε νά μείνη μαζί Του γιά πάντα.


Ἀπό: περ. Παρά τήν Λίμνην, Μηνιαία ἔκδ. Ἱ. Ναοῦ Ἁγ. Δημητρίου Παραλιμνίου, Δ 2008



<>



Να σου κάνω ένα χυμό και να στο φέρω


Ἀναφέρει ὁ Ἀρχιμ. Παλαμᾶς, ἡγουμ. τῆς Ἱ. Μ. Θεοτόκου Καλλίπετρας:


“Γιά ἀρκετά χρόνια ἤμασταν μόνοι στή Μονή Προδρόμου. Τό κελλί του ἦταν στό πίσω μέρος τοῦ μοναστηριού καί τό δικό μου μπροστά, κοντά στήν πύλη. Κάποια μέρα ἤμασταν καί οἱ δύο γριπωμένοι. Καιγόμασταν ἀπ᾽ τόν πυρετό ἀλλά κανείς δέν ἦταν νά μᾶς διακονήση. Εἶχα δυό πορτοκάλια στό κελλί μου. Τά ἔκανα χυμό, καί πρίν πιῶ, σκέφθηκα ὅτι πιό σωστό θά ἦταν νά τά προσφέρω στόν π. Θεωνά πού κι ἐκείνος ψήνονταν ἀπ᾽ την ἴωση κι ἴσως τά εἶχε περισσότερη ἀνάγκη. Ντύθηκα καλά βγήκα στήν παγωμένη αὐλή γιά νά πάω τό χυμό στό ἄλλο ἄκρο, στό κελλί του. Βρῆκα τόν π. Θεωνά ντυμμένο νά ἔρχεται κι αὐτός πρός τό δικό μου κελλί μέ ἕνα ποτήρι κι αὐτός στό χέρι. 


—Είχα δυό πορτοκάλια, μου ἐίπε, κι ἐίπα ὅτι θά χεις περισσότερο ἀνάγκη ἐσύ νά σου τά κάνω ἕναν χύμο καί νά στό φέρω!”.


Πηγή:


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2016/10/1959-2016.html




<>


Ποιο είναι το μικρό όνομα της γυναίκας που καθαρίζει;


Κατά την διάρκεια του δεύτερου μήνα της νοσηλευτικής σχολής ο καθηγητής μου μας έδωσε να κάνουμε ένα κουίζ. Ήμουν συνεπής φοιτήτρια και απαντούσα με ευκολία σε όλες τις ερωτήσεις, μέχρι που διάβασα την τελευταία: “Ποιο είναι το μικρό όνομα της γυναίκας που καθαρίζει;” Μάλλον πρόκειται για κάποιο αστείο σκέφτηκα.


Είχα δει την καθαρίστρια πολλές φορές. Ήταν ψηλή, μελαχρινή και γύρω στα 50. Το όνομά της, όμως, δεν το ήξερα.


Παρέδωσα το κουίζ, αφήνοντας την τελευταία ερώτηση κενή. Λίγο πριν τελειώσει το μάθημα ένας φοιτητής ρώτησε, αν η τελευταία ερώτηση θα μετρήσει στην βαθμολογία. “Εννοείται, θα μετρήσει”, απάντησε ο καθηγητής. “Στην καριέρα σας θα συναντήσετε πολλούς ανθρώπους. Όλοι τους είναι σημαντικοί. Αξίζουν την προσοχή και την φροντίδα σας, ακόμα και αν αυτό είναι ένα χαμόγελο και ένας χαιρετισμός.”


Δεν ξέχασα ποτέ το συγκεκριμένο μάθημα. Επίσης, έμαθα, ότι το όνομα της ήταν Ντόροθι.



<>



Μικρές αλήθειες...


* «Μιά ζωή στερημένη ἀπό ἀγάπη εἶναι λουλούδι πού ἀνθίζει στήν ἐρημιά καί κανείς δέν χαίρεται τήν εὐωδία του».


* «Ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλία μοιάζουν μέ τούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Δέν μπορεῖς μόνο νά εἰσπράττης. Πρέπει καί νά καταθέτης».


* Μια πράξη αγάπης μπορεί να ζυμώσει “πέντε άρτους”. Μιά λέξη ευγενική μπορεί να χορτάσει “πεντακισχιλίους”.


* Τα δάκρυα της μητέρας είναι η πιο ισχυρή υδροηλεκτρική δύναμη του κόσμου.


Πηγή:


http://www.truthtarget.gr


TRUTH TARGET - ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ




<>


Αγαπώ τον σκουπιδιάρη μου


Ἦταν ἕνα φιλόδοξος, νέος δημοσιογράφος. Μόλις εἶχε ἀποφοιτήσει ἀπ᾽ τή σχολή δημοσιογραφίας καί κατά τά δικά μας “ἐπιχειρηματικά ἤθη”, δούλευε ἄμισθος καί ὑπό δοκιμή σέ κάποια μεγάλη ἐφημερίδα. Ἦταν παραμονές πρωτοχρονιᾶς καί ἔπρεπε νά κάνη μία ἔρευνα ἀπό πόρτα σέ πόρτα.


—Γειά σας. Λέγομαι Γιάννης… καί κάνουμε μία ἔρευνα σ᾽ αὐτή τή συνοικία…


—Δέν ἐνδιαφέρομαι! Γειά σας!, … δυνατό κλείσιμο τῆς πόρτας καί κλείδωμα.


Ἀρκετές ἑκατοντάδες πόρτες ἦταν κλειστές γιά τήν ἔρευνα τοῦ φίλου μας, ὥσπου δέν ἄντεξε καί στήν τελευταία γυναίκα πού τοῦ ἄνοιξε τῆς εἶπε:


—Πρίν μοῦ κλείσετε κατάμουτρα τήν πόρτα, δέν πουλάω τίποτε, τό μόνο πού θέλω εἶναι νά σᾶς κάνω μερικές ἐρωτήσεις γιά σᾶς καί τήν κοινότητα.


Ἡ νεαρή γυναίκα πού ἦταν μέσα, ἔκανε μία παύσι γιά λίγο, ὕψωσε τά φρύδια της σηκώνοντας τούς ὤμους της μέ ἀπορία, μπερδεμένη ἀπ᾽ τήν εἰσαγωγή του.


—Βέβαια, Περᾶστε. Μήν δίνετε σημασία στήν ἀκαταστασία. Εἶναι δύσκολο μέ τά παιδιά.


Ἦ ταν ἕνα παλαιό διαμέρισμα σέ μία ὑποβαθμισμένη γειτονιά ὅπου μποροῦσαν νά βροῦν κατάλυμα αὐτοί πού εἶχαν πενιχρό εἰσόδημα. Μέ τά λίγα πού εἶχαν, τό σπίτι ἔμοιαζε ἄνετο καί φιλόξενο.


—Χρειάζομαι μόνο νά σᾶς κάνω μερικές ἐρωτήσεις γιά σᾶς καί τήν οἰκογένειά σας. Ἄν καί ἀκούγεται προσωπικό, δέν χρειάζεται νά χρησιμοποιήσω τά ὀνόματά σας. Αὐτές οἱ πληροφορίες θά χρησιμοποιηθοῦν…


Ἡ γυναίκα τόν διέκοψε.


—Θά θέλατε ἕνα καφέ; Φαίνεται ὅτι εἴχατε δύσκολη μέρα.


Μολις ἐπέστρεψε μέ τόν καφέ, ἕνας ἄνδρας ἦρθε στήν ἐξώπορτα. Ἦταν ὁ σύζυγός της.


—Νίκο, ὁ κύριος ἦρθε γιά νά κάνη μία ἔρευνα.


Ὁ δημοσιογράφος σηκώθηκε καί συστήθηκε εὐγενικά. Ὁ Νίκος ἦταν ψηλός καί ἀδύνατος, μέ πρόσωπο τραχύ καί γερασμένο, ἄν καί πρέπη νά ἦταν γύρω στά εἴκοσι μέ εἴκοσι πέντε. Τά χέρια του ἦταν ἄγρια, ὅπως ἐκεῖνα πού γίνονται ἀπ᾽ τή σκληρή δουλειά, ὄχι ἀπ᾽ τά μολύβια. Ἡ γυναίκα ἔγειρε καί τόν φίλησε ἀπαλά στό μαγουλο. Καθώς κοιτοῦσε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, μποροῦσες νά διακρίνης τήν ἀγάπη πού τούς ἕνωνε. Χαμογέλασε καί ἀκούμπησε τό κεφάλι της στόν ὦμο του. Ἐκεῖνος ἄγγιξε τό πρόσωπό της μέ τά χέρια του καί τῆς εἶπε ἀπαλά:


—Σ᾽ ἀγαπῶ.


Ἴσως νά μήν εἶχαν ὑλικό πλοῦτο ἀλλά αὐτοί οἱ δύο ἦταν πιό πλούσιοι ἀπ᾽ τούς περισσότερους πού ὁ φίλος μας εἶχε γνωρίσει. Εἶχαν μία ἀγάπη δυνατή. Τήν ἀγάπη ἐκείνη πού κρατάει τό κεφάλι σου ψηλά, ὅταν τά πράγματα δέν πᾶνε καλά.


—Ὁ Νίκος δουλεύει στό δῆμο, εἶπε αὐτή. Μαζεύει τά σκουπίδια. Ξέρετε, εἶμαι τόσο περήφανη γι᾽ αὐτόν!


—Γλυκιά μου, εἶμαι σίγουρος ὅτι τόν κύριο δέν τόν ἐνδιαφέρει αὐτό, εἶπε ὁ Νίκος.


—Ὄχι, πραγματικά μέ ἐνδιαφέρει, ἀποκρίθηκε ὁ δημοσιογράφος.


—Βλέπετε κύριε, ὁ Νίκος εἶναι ὁ καλύτερος σκουπιδιάρης στό δῆμο! Μπορεῖ νά φορτώση περισσότερα σκουπίδια στό φορτηγό ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο. Μπορεῖ νά βάλη τόσα πολλά στό φορτηγό πού δέν χρειάζεται νά προσπαθήσουν πολλή ὥρα, εἶπε ἡ γυναίκα μέ πολύ πάθος.


—Μακροπρόθεσμα, συνέχισε ὁ Νίκος, κάνω οἰκονομία καί στά χρήματα τοῦ δήμου. Οἱ ἐργατοῶρες εἶναι λιγότερες καί τό κόστος ἀνά φορτηγό λιγότερο.


Ἐ πικράτησε ἡσυχία. Ὁ νεαρός δέν ἤξερε τί νά πῆ. Κούνησε τό κεφάλι του , μάταια ἀναζητώντας τίς κατάλληλες λέξεις.


—Εἶναι ἀπίστευτο! Οἱ περισσότεροι θά βαρυγκωμοῦσαν μέ μία δουλειά σάν κι αὐτή. Σίγουρα εἶναι δύσκολη. Ἀλλά ἡ στάσι σας ἀπέναντί της εἶναι ἐκπληκτική!, εἶπε.


Ἡ γυναίκα προχώρησε στό ράφι δίπλα στόν καναπέ. Γυρίζοντας κρατοῦσε στά χέρια της ἕνα μικρό κάδρο καί ἄρχισε πάλι νά μιλᾶ:


—Ὅταν κάναμε τό τρίτο μας παιδί, ὁ Νίκος ἔχασε τή δουλειά του. Ἤμαστε ἄνεργοι γιά κάμποσο καί τελικά μπήκαμε στό ταμεῖο ἀνεργείας. Δέν μποροῦσε νά βρῆ δουλειά πουθενά. Τότε μία μέρα τόν ἔστειλαν σέ μία συνέντευξι ἐδῶ σ᾽ αὐτή τήνν κοινότητα. Τοῦ πρόσφεραν τή δουλειά πού κάνει τώρα. Γύρισε στό σπίτι θλιμμένος καί ντροπιασμένος. Μοῦ εἶπε ὅτι ἦταν τό καλύτερο πού μποροῦσε νά κάνη. Στήν πραγματικότητα θά τοῦ ἔδιναν λιγότερα ἀπ᾽ ὅ,τι ἔπαιρνε ἀπ᾽ τό ταμεῖο ἀνεργίας.


Σταμάτησε γιά λίγο, πλησίασε τό Νίκο καί εἶπε:


—Πάντα ἤμουν περήφανη γι᾽ αὐτόν καί πάντα θά εἶμαι. Βλέ πεις, δέν νομίζω ὅτι ἡ δουλειά κάνει τόν ἄνθρωπο. Πιστεύω ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει τή δουλειά!


—Ἔπρεπε νά ζοῦμε στό δῆμο γιά νά πάρω τή δουλειά. Γι᾽ αὐτό νοικιάσαμε αὐτό τό σπίτι, εἶπε ὁ Νίκος.


—Ὅταν μετακομίσαμε, αὐτό τό ἀπόφθεγμα κρεμόταν στόν τοῖχο δίπλα ἀπ᾽ τήν ἐξώπορτα. Αὐτό μᾶς ἔκανε νά δοῦμε τά πράγματα διαφορετικά. Ἤξερα πώς ὁ Νίκος ἔκανε τό σωστό, εἶπε καθώς τοῦ ἔδινε ἕνα κάδρο.


Αὐτό ἔγραψε: Ἄν κάποιος πρόκειται νά γίνη ὁδοκαθαριστής, θά πρέπη νά σκουπίζη τούς δρόμους ὅπως ἀκριβῶς ζωγράφιζε ὁ Μιχαήλ Ἄγγελος, ἤ ὅπως συνέθετε μουσική ὁ Μπετόβεν, ἤ ὅπως ἔγραφε ποίησι ὁ Σαίξπηρ. Θά πρέπη νά καθαρίζη τούς δρόμους τόσο καλά ὥστε ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς νά σταματήσουν καί νά ποῦν: “Ἐδῶ ἔζησε ἕνας σπουδαῖος ὁδοκαθαριστής πού ἔκανε καλά τή δουλειά του!” . Τόν ἀγαπῶ γι᾽ αὐτό πού εἶναι. Ἀλλά αὐτό πού κάνει τό κάνει μέ τόν καλύτερο τρόπο. Ἀγαπῶ τόν σκουπιδιάρη μου!



<>


Αυτό είναι...


Κάποτε, όλοι οι χωρικοί αποφάσισαν να προσευχηθούν για να βρέξει.


Την ημέρα της προσευχής, όλοι οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν, αλλά μόνον ένα αγόρι ήρθε με μια ομπρέλα.


Αυτό είναι ΠΙΣΤΗ.


Όταν πετάμε τα μωρά στον αέρα, γελούν, επειδή ξέρουν, ότι θα τα πιάσουμε.


Αυτό είναι ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ.


Κάθε βράδυ, πέφτουμε για ύπνο, χωρίς καμία βεβαιότητα, ότι, το επόμενο πρωϊ, θα είμαστε ζωντανοί, όμως εξακολουθούμε, να βάζουμε ξυπνητήρια, για να ξυπνήσουμε.


Αυτό είναι ΕΛΠΙΔΑ.


Σχεδιάζουμε μεγάλα πράγματα, για το αύριο, παρά την μηδενική γνώση, που έχουμε, για το μέλλον.


Αυτό είναι ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ.


Βλέπουμε τον κόσμο να υποφέρει, αλλά, συνεχίζουμε να παντρευόμαστε και να γεννάμε παιδιά.


Αυτό είναι ΑΓΑΠΗ.


Στο πουκάμισο ενός υπερήλικα, ήταν γραμμένη η πρόταση:


«Δεν είμαι 80 ετών. Είμαι γλυκά 16, με 64 χρόνια εμπειρίας».


Αυτή είναι ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ (Νοοτροπία).




<>


No comments:

Post a Comment