Διηγεῖται ὁ π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Θυμᾶμαι μιά περίπτωσι ὅταν ἤμουν διάκονος στό Ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στό Βύρωνα, εἶχε μία εὐσεβής οἰκογένεια ἐκεῖ.
Τό παιδί τῆς μάνας τελείωσε θεολογία καί πῆρε τό πτυχίο τό Σαββάτο καί τή Δευτέρα πέθανε!
Σκεφτεῖτε πῶς τό μεγάλωσε αὐτό τό παιδί ἡ μάνα, πῶς τό εἶδε ἐπιστήμονα, πῶς πῆρε τό δίπλωμά του καί μία ἡμέρα πρόλαβε νά τό χαρῆ καί τήν ἑπομένη πέθανε.
Καί ἐκείνη ἡ μάνα, εὐσεβεστάτη ὅπως ἦταν, δέν τραβοῦσε τά μαλλιά καί νά φωνάζη καί νά
βαρυγκωμῆ, ἀλλά ἔσκυψε ἐπάνω ἀπ᾽ τό φέρετρο —θυμᾶμαι, δέν θά τό ξεχάσω ποτέ— καί λέει:—Παιδί μου στό καλό, ὥς τή Δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία!
Αὐτό εἶναι νά δοξάζης τό Θεό, ἀδελφέ μου!
Αὐτό σημαίνει πίστι στό Θεό!
Αὐτό σημαίνει ἐμπιστοσύνη στό Θεό!
Αὐτό σημαίνει νά εἶσαι παιδί τοῦ Θεοῦ!»(ΑΠ, 295).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
Ἀναφέρει ὁ π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Θά σᾶς πῶ ἕνα θαῦμα, τό ὁποῖο ἔγινε στίς ἡμέρες μας, γιά νά λάβουμε περίπου γνώσι, τί θά πῆ αὐτό πού οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ εἶχαν τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί μιλοῦσαν στή γλῶσσα καί στή διάλεκτο τοῦ καθενός πού τούς ἄκουγαν.
Ὅταν οἱ Τοῦρκοι ἐκδίωκαν τούς ἀδελφούς μας ἀπ᾽ τήν Κων/πολι (τό 1955), στήν Ἀθήνα ἦρθε μία μητέρα μέ τό παιδί της. Καί ἡ μητέρα αὐτή, δέν ἤξερε οὔτε μιά λέξι ἑλληνική. Ἦταν, ὅμως, εὐσεβεστάτη γυναῖκα καί πήγαινε σέ κάθε Θ. Λειτουργία καί κάθε Κυριακή στό Ναό τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, στούς Ἀμπελοκήπους.
Τότε ζοῦσε μιά μεγάλη μορφή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἀείμνηστος θεολόγος Παναγιώτης Τρεμπέλας. Αὐτός πήγαινε στόν Ἅγ. Δημήτριο καί κήρυττε.
Ὁ γυιός τῆς εὐσεβής ἐκείνης γυναίκας, τῆς ἔλεγε:
—Μητέρα, ἐφόσον δέν ξέρεις ἑλληνικά, γιατί πηγαίνεις στήν Ἐκκλησία, νά κάνης τί;
—Παιδί μου, ἐγώ θά πηγαίνω καί ἄς μή ξέρω... Ἐγώ ὅταν πηγαίνω στήν Ἐκκλησία, ἡ χαρά μου εἶναι νά μπαίνω μέσα, γιά νά ἀκούω τή Θ. Λειτουργία καί τό κήρυγμα...
—Τί κήρυγμα;
—Αἴ, πού βγαίνει ἐκεῖνος ὁ καλός ἄνθρωπος (ὁ Τρεμπέλας) καί τά λέει...
—Καί τί καταλαβαίνεις;
—Καταλαβαίνω... ὅσα καταλάβω.
Μά δέν ἤξερε ἐκείνη, καθόλου, τίποτε...
Μία Κυριακή μετά τό Θεῖο κήρυγμα, ἦρθε στό σπίτι ἡ μητέρα ἐκείνη χαρούμενη καί λέει στό παιδί της:
—Παιδί μου, σήμερα ἄκουσα τό κήρυγμα στήν τουρκική γλῶσσα! Κάθισε νά σοῦ πῶ...
Καί ἄρχισε νά τοῦ λέη ὅλο τό κήρυγμα στό παιδί της. Τό παιδί ἔμεινε κατάπληκτο καί ἀναρωτήθηκε:
“Τί συνέβη; Ἦρθε κανένας Τοῦρκος ἀπ᾽ τήν Τουρκία, γιά νά μιλήση τουρκικά;”.
Καί σηκώθηκε καί πῆγε στόν Ἅγ. Δημήτριο στήν ἐκκλησία καί βρῆκε ἐκεῖ στό “κυλικεῖο” τούς ἐπιτρόπους καί τούς ἱερεῖς καί καθόταν καί ὁ ἀείμνηστος Τρεμπέλας καί συζητοῦσαν καί ἔπιναν ἕνα καφεδάκι μετά ἀπ᾽ τή Θ. Λειτουργία.
Τό παιδί τούς καλημέρισε, φίλησε τό χέρι τῶν ἱερέων καί τούς λέει:
—Ἦρθα νά σᾶς ἐνοχλήσω...
—Τί ἐνόχλησι νά μᾶς κάνεις;
—Ἦρθα νά σᾶς ρωτήσω, σήμερα τό κήρυγμα, σέ ποιά γλῶσσα ἔγινε;
Καί ἀπάντησε ὁ μακαρίτης, ὁ Τρεμπέλας:
—Στήν ἑλληνική, παιδί μου... τί θέλεις στήν τουρκική νά τό ποῦμε;
—Ἀκριβῶς, ἔγινε στήν τουρκική!
—Τί συνέβη;, τό ρώτησε ὁ Τρεμπέλας.
Καί ἄνοιξε τό στόμα του ἐκεῖνο τό παιδί καί τούς εἶπε, ὅτι ἡ μητέρα του, δέν ξέρει καθόλου ἑλληνικά...
—Καί ὅμως κ. Τρεμπέλα, ὅλο τό κήρυγμα τό ὁποῖο εἶπες, τό ἄκουσε στά αὐτιά της, στήν τουρκική διάλεκτο καί μοῦ τό εἶπε, ὅταν ἦρθε στό σπίτι!»(ΑΠ, 279).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
Διηγεῖται ὁ π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Σ᾽ ἕνα μοναστήρι ὑπῆρχαν ἀρκετοί μοναχοί μεταξύ τῶν ὁποίων ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς διακρινόταν γιά τήν ἀδιαφορία τήν ὁποία εἶχε, ἀλλά καί γιά κάτι ἄλλο πιό σημαντικό, ὅτι ἦταν συνεχῶς μεθυσμένος.
Τόν εἶχαν βάλει οἱ ἄλλοι μοναχοί στή διανομή τοῦ φαγητοῦ, δηλ. ἦταν κελάρης. Διάνημε τά τρόφιμα στούς μοναχούς καί ἐκεῖ βεβαίως ὑπῆρχε καί λίγο κρασί καί ὁ διάβολος τόν ἔριξε στό ἁμάρτημα τῆς μέθης.
Ὅταν γίνονταν ἀγρυπνίες, δέν συμμετεῖχε.
Ὅταν γίνονταν νηστεῖες, δέν συμμετεῖχε.
Ὅταν γίνονταν ἄλλες ἐκδηλώσεις τῆς μοναστικῆς ζωῆς, δέν συμμετεῖχε. Καί ὅλοι τόν ἔβλεπαν ὡς καταδικασμένο πλέον γιά τήν αἰώνια κόλασι.
Πλήν, ὅμως, ἀδελφοί μου, σέ ὅλη αὐτή του τήν ἀδυναμία, ὁ μοναχός αὐτός εἶχε ἕνα καλό: ἔκανε τήν Παράκλησι τῆς Παναγίας μας ἀδιαλείπτως, κάθε ἡμέρα! Ὅ,τι καί ἄν συνέβαινε, ἐκεῖνος ἔπρεπε νά κάνη τήν Παράκλησι τῆς Παναγίας μας καί τήν παρακαλοῦσε...
Μία ἡμερα ὅταν κτύπησε ἡ ἐκκλησία τό σήμαντρο καί θέλησαν οἱ μοναχοί νά πᾶνε στή Λειτουργία, θέλησε καί αὐτός νά πάη. Πλήν, ὅμως, τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἔφθασε στήν πόρτα τῆς ἐκκλησίας, παρουσιάστηκε ὁ διάβολος ὡς ταῦρος μαινόμενος, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε μέ τά κέρατά του νά τόν κατασπαράξη.
Τή στιγμή ἐκείνη, βέβαια, ἦταν πολύ δύσκολο νά σωθῆ ὁ μοναχός, διότι ὁ διάβολος ἦταν ἕτοιμος νά τοῦ πάρη τήν ψυχή του. Πλήν, ὅμως, τήν ἴδια στιγμή, ἐπειδή ἔκανε τῆς Παναγίας μας τήν Παράκλησι, παρουσιάζεται ἡ Παναγία μεσίτρια καί σκέπη καί φύλακας καί ἀποτείνεται στό διάβολο καί τοῦ λέει:
—Ὅ,τι καί ἄν δέν ἔκανε τό παιδί μου, μοῦ ἔκανε τήν Παράκλησι. Γι᾽ αὐτό δέν θά τόν πάρης. Θά τόν πάρω ἐγώ!
Καί ἐκείνη τή στιγμή ἔσκυψε ἡ Παναγία μας, τόν ἔβαλε στήν ἀγκαλιά Της καί τόν μετέφερε στόν Υἱό Της.
Αὐτή εἶναι ἡ δύναμι τῆς Παρακλήσεως τῆς Παναγίας μας, ἀδελφοί μου, καί σᾶς παρακαλῶ πάρα πολύ, νά τήν κάνετε καί νά μέ θυμᾶστε καί ἐμένα, τήν ὥρα πού θά κάνετε τήν Παράκλησι, πού σᾶς διδάσκω αὐτή τή μεγάλη εὐλογημένη συμβουλή»(ΑΠ, 259).
<>
Ἀναφέρει ὁ π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Κάποιος νεαρός πήγαινε στόν Πνευματικό του, ἔλεγε τίς ἁμαρτίες του καί μετά ἔπεφτε στό ἴδιο ἁμάρτημα.
Τοῦ ἔλεγε ὁ Πνευματικός:
—Παιδάκι μου, σοῦ εἶπα νά μήν κάνης αὐτή τήν ἁμαρτία. Σταμάτα αὐτή τήν ἁμαρτία...
—Προσπαθῶ, Γέροντα, ἀλλά πέφτω...
—Πήγαινε, παιδάκι μου, καί μή τό ξανακάνεις...
Τοῦ διάβαζε τή συγχωρητική εὐχή, ἔφευγε καί πάλι ἐρχόταν καί ἔλεγε τά ἴδια. Ὁπότε μία ἡμέρα, ὅπως ἦταν ὁ Πνευματικός καί ὁ Ἐσταυρωμένος ἀπό πάνω του, παρουσιάζεται στήν ἐξομολόγησι ὁ σατανᾶς καί τοῦ λέει:
—Ὅ,τι καί νά κάνης, ἐγώ θά τόν πάρω!
Φανερώθηκε ὁλοφάνερα ὁ διάβολος μπροστά στόν Πνευματικό καί στό νεαρό!
Ἐκείνη τή στιγμή, ὅμως, ὁ Κύριός μας, ὅπως ἦταν Σταυρωμένος, φεύγει τό χεράκι Του μέ τό Αἷμα κάι μέ τό καρφί καί λέει:
—Δέν ἔχυσες ἐσύ τό αἷμα σου, Ἐγώ ἔχυσα τό Αἷμα Μου γιά τό παιδί...
Καί ἔπιασε τό παιδίι καί τό πῆγε στόν Παράδεισο (γιατί τό βρῆκε ἐν μετανοίᾳ). Αὐτή εἶναι ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγησι...»(ΑΠ, 108).
<>
Ο Άγιος Χατζη-Γεώργης και η «Ευλογημένη» Πέρδικα.
Κάποτε, ένας κυνηγός που περιπλανιόταν στις πλαγιές του Άθωνα, κοντά στην Καλύβη του Αγίου στις Κερασιές, κατάφερε να πιάσει μια πέρδικα ζωντανή. Σκέφτηκε, λοιπόν, να την πάει στον Γέροντα ως δώρο, ξέροντας ότι ο Χατζη-Γεώργης αγαπούσε όλα τα πλάσματα του Θεού.
Όταν ο κυνηγός έφτασε και του πρόσφερε το πουλί, ο Χατζη-Γεώργης το πήρε στα χέρια του με μεγάλη τρυφερότητα. Το χάιδεψε και άρχισε να του μιλάει σαν να ήταν άνθρωπος.
— «Γιατί άφησες, καημένο μου, τα μικρά σου στο βουνό και ήρθες εδώ;» είπε ο Γέροντας.
Ο κυνηγός απόρησε. Πού ήξερε ο Γέροντας ότι η πέρδικα είχε φωλιά;
Ο Χατζη-Γεώργης γύρισε τότε στον κυνηγό και του είπε γλυκά:
— «Παιδί μου, ο Θεός μας έδωσε τα ζώα για να μας υπηρετούν ή για να μας ομορφαίνουν τη ζωή, όχι για να χωρίζουμε τις μάνες από τα παιδιά τους χωρίς λόγο. Αυτή η πέρδικα έχει οκτώ μικρά που την περιμένουν τώρα και κλαίνε.»
Ο κυνηγός έμεινε άναυδος. Ο Χατζη-Γεώργης άνοιξε τα χέρια του και το πουλί, αντί να πετάξει μακριά τρομαγμένο, κάθισε για λίγο στον ώμο του, του "ψιθύρισε" κάτι στο αυτί και μετά πέταξε προς το δάσος.
Ο κυνηγός συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το γεγονός ότι ο Γέροντας γνώριζε μέχρι και τον αριθμό των μικρών της πέρδικας, που από εκείνη τη μέρα άφησε το όπλο του. Λέγεται μάλιστα πως έγινε ένας από τους ανθρώπους που βοηθούσαν τον Άγιο να μεταφέρει προμήθειες για τους φτωχούς, λέγοντας:
«Αν ο Γέροντας πονάει για μια πέρδικα, φαντάσου πόσο πονάει για την ψυχή του κάθε ανθρώπου.»
<>
«Μιά φορά, θυμᾶται ἡ κ. Βικτωρία Χ., ἡ Ἁγ. Σοφία τῆς Κλεισούρας εἶχε βάλει σ᾽ ἕνα παλιοταψί λίγες πιπεριές, γιά νά τίς ψήση στή στάχτη τοῦ τζακιοῦ. Ἦλθε, ὅμως, μία προσκυνήτρια πού ἤθελε καί αὐτή νά ψήση τίς δικές της πιπεριές, ὁπότε βλέποντας τό ταψί τῆς γιαγιᾶς Σοφίας, τό τράβηξε περιφρονητικά στήν ἄκρη καί κάτι μουρμούρισε. Ἔβαλε τίς δικές της καί ἔφυγε γιά νά γυρίση ὕστερα ἀπό ὥρα νά τίς βγάλη. Ὅταν, ὅμως, ἐπέστρεψε, βλέπει μέ ἔκπληξι τίς δικές της πιπεριές, πού ἦταν ἐπάνω στή φωτιά, νά εἶναι ἀκόμα ἄψητες, ὅπως τίς εἶχε βάλει, ἐνῶ τῆς γερόντισσας, πού τίς εἶχε τραβήξει στήν ἄκρη, νά ἔχουν ψηθῆ, σχεδόν χωρίς φωτιά»(ΚΔ, 27).
K.
<>
«Κάποιος ἔγραψε κάποτε ὅτι στόν καθένα πού δόθηκε ἡ ἐπιλογή ν᾽ ἀδειάση τόν κουμπαρά του ἤ νά σκοτωθῆ στό τέλος προτίμησε νά ἐγκαταλείψη τόν πλοῦτο του καί νά σώση τή ζωή του. Ὁ πολυτιμότερος θήσαυρος τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι σίγουρα ἡ ζωή του. Ὑπάρχει, ὅμως, ἡ ζωή τοῦ σώματος καί ἡ ζωή τῆς ψυχῆς, καί ὁ Θεός ἐφιστᾶ τήν προσοχή μας σέ μιά κρίσιμη ἐπιλογή: χάνεται ἡ σώζεται ἡ ψυχή μας; Τό αἰώνιο μέλλον μας ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτή τήν ἀπάντησι.
Σ᾽ αὐτό τό θέμα θά μποροῦσε κάποιος νά φοβηθῆ ὅτι πολλοί κάνουν τή λάθος ἐπιλογή. Ὑπό τόν τίτλο “Ἕνα χωριατόπαιδο πού πέτυχε”, μιά ἐφημερίδα ἀνέφερε τίς παρατηρήσεις ἑνός 60χρονου ἄνδρα πού μετανάστευσε στήν Ἀμερική, καί ἔκανε ἐκεῖ τήν περιουσία του. Δήλωσε: “Ἡ ἐπιτυχία μου εἶναι μονάχα οἰκονομική”. Τί ἐννοεῖ ἀκριβῶς δέν γνωρίζουμε, ὅμως, τό ἐρώτημα εἶναι: Μήπως ξεχείλισε τό πορτοφόλι του, ἐνῶ ἡ καρδιά του ἄδειασε; Μήπως τόν ἀπασχολοῦσε ἡ ἐπιχείρησί του εἰς βάρος ὅλων τῶν ἄλλων; Ἔκανε τόν κόπο νά σκεφτῆ τήν ψυχή του καί τή σχέσι του μέ τό Θεό, τόν Δημιουργό του;».
K.
<>
«Δέν ἐπέτρεπε [ὁ ὅσιος Μελέτιος τῆς Στανισοάρα τῆς Ρουμανίας] ἀνάπαυσι στόν ἑαυτό του, ἀλλά πήγαινε μακρυά νά βρῆ τό νερό τό ὁποῖο χρειαζόταν καί τό μετέφερε μέσα σ᾽ ἕνα πήλινο λαγήνι. Ὅταν γέρασε καί δέν μποροῦσε νά κάνη τήν καθημερινή αὐτή διαδρομή, ὁ Θεός εἰσάκουσε τήν προσευχή του καί ἀνάβλυσε πηγή ἀκριβῶς στήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς του»(ΝΣ, 18).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
«Κάποιο καλοκαίρι ἔλεγα στόν Προυσό:
—Ἄν φυτεύαμε κυπαρίσσια πίσω ἀπ᾽ τό τοιχίο ἀντιστηρίξεως τῆς ὁδοῦ Ἅγ. Πάντες-Μοναστήρι, θά κρατοῦσαν καλύτερα τόν τόπο, πού συνεχῶς φεύγει.
Τό κράτησε ἡ γριά Σαλώμη στό νοῦ της καί τόν ἐρχόμενο χειμῶνα τό ἔβαλε σέ ἐνέργεια. Ἕνα σούρουπο μέσα στό χιόνι καί τήν κταχνιά βλέπω τή γριά Σαλώμη μέ δυό σάκους κυπαρίσσια νά πλησιάζη τή θύρα τοῦ μοναστηριοῦ.
—Σαλώμη, τί ἔκανες; Πῶς πέρασες τήν κορυφογραμμή μέσα σέ τόσα χιόνια; Πῶς τά σήκωνες ὅλα αὐτά τά δέντρα ἀπ᾽ τό Θέρμο ὥς ἐδῶ; Πόσες μέρες ἔκανες νά φτάσης στό μοναστήρι;
—Δυό μέρες ἔκανα νά ἔρθω, ἀλλά ἄλλος τά σήκωνε, δέν τά σήκωνα ἐγώ.
—Ποιός τά σήκωνε, Σαλώμη;
—Μόλις ἔφυγε.
Τήν πῆγα στήν Παναγία καί κάναμε εὐχαριστία.
—Μή φοβᾶσαι. Εἶμαι πολύ καλά. Ἐγώ τήν Παναγία διακονῶ· δέν θά μέ ἀφήση νά χαθῶ»(ΙΚ, 173).
<>
Ὁ Κωνσταντίνος καί ὁ Ἀλέξης, δυό φοιτητές, συζητοῦν. Ὁ Κωνσταντίνος ἰσχυρίζεται:
—Τό σύμπαν διαμορφώθηκε τυχαία, σάν συνέπεια μιᾶς σειρᾶς γεγονότων πού οἱ ἐπιστήμονες τά φωτίζουν ὅλο καί περισσότερο. Θά πρέπη νά εἶναι κανείς πολύ ἀφελής γιά νά πιστεύη ἀκόμα στή διήγησι τῆς Γενέσεως.
Ὁ Ἀλέξης ἀπαντᾶ, χαμογελώντας:
—Ὅσο γιά τήν τύχη, διάβασα χθές ἕνα πρωτότυπο ἄρθρο. Φαίνεται ὅτι γιά τόν πύργο του, ὁ Gustave Eiffel ἐπικαλέστηκε τήν τύχη. Μάζεψε ὅλους τούς ἐργάτες του, καί τούς ζήτησε νά φέρουν ὁ καθένας τους ἕνα ὁποιοδήποτε ὑλικό. Ὁ κάθε ἐργάτης θά ἔπρεπε ἔπειτα νά βάλη κάτω τό ὑλικό τό ὁποῖο εἶχε φέρει μαζί του καί ὁ Eiffel ἔρριξε κλῆρο. Συνέπεσε ὅλοι οἱ ἐργάτες νά φέρουν ἀπό ἕνα μέταλλο, τά μέταλλα νά εἶναι θαυμάσια συναρμολογημένα, κι ἔτσι νά προκύψη ὁ Πύργος τοῦ Eiffel! Κι ὅλα αὐτά, χωρίς κανένα ὑπολογισμό!
Καί ὁ Ἀλέξης συνέχισε:
—Ἐσύ πού ἐκτιμᾶς τήν τέχνη καί τήν ποίησι, γνωρίζεις ὅτι ὁ Victor Hugo συνέγραψε τούς "Ἀθλίους" του, τραβώντας τυχαία τά γράμματα μέσα ἀπό μιά μεγάλη σακκούλα; Ὅτι ὁ Leonardo da Vinci ζωγράφισε τήν “Gioconda” μέ τά μάτια κλειστά, γιά νά ἀφήση μεγαλύτερο χῶρο στήν τύχη; Ἡ τύχη εἶναι καί γιά τόν μηχανικό, καί γιά τόν ποιητή καί γιά τόν καλλιτέχνη!
—Σίγουρα μέ κοροϊδεύεις!, ἀπάντησε ὁ Κωνσταντίνος.
Κάτι τέτοιες ἑρμηνεῖες φαίνονται γελοῖες, ἀλλά καί προσβλητικές γιά ἀνθρώπους ὅπως ὁ Eiffel, ὁ Hugo καί ἄλλοι. Ὡστόσο εἶναι ἀκόμα πιό ἀπίστευτο τό ἀνθρώπινο σῶμα νά εἶναι καρπός τῆς τύχης, ἤ ἡ εὐφυΐα καί ὅλες οἱ δεξιότητες τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι θέματα χάους.
Ὅσο γιά μᾶς, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες, ἐμεῖς ὑποκλινόμαστε μπροστά στή σοφία τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ.
<>
Ἔλεγε ὁ Ἅγ. Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής: «Τή στιγμή κατά τήν ὁποία θυμᾶσαι τό Θεό, νά προσεύχεσαι ὅσο περισσότερο μπορεῖς, ὥστε ὁ Θεός νά σέ θυμᾶται ὅταν Τόν ξεχνᾶς»(ΝΣ, 199).
<>
«Ἡ μοναχή Ἄννα, μέ καταγωγή ἀπ᾽ τήν περιοχή τῆς Σμύρνης, ἡ ὁποία εἶχε λάβει τό μοναστικό Σχῆμα ἀπ᾽ τόν Ἅγ. Γεώργιο Καρσλίδη, διηγεῖται ὅτι τά πνευματικά παιδιά τοῦ π. Γεωργίου εἶχαν συγκεντρωθῆ γιά νά τελέσουν τήν ἀγρυπνία τοῦ Εὑαγγελισμοῦ στόν Ἅγ. Μηνᾶ τῆς Θεσ/νίκης. Τήν ὥρα τῆς Θ. Λειτουργίας, οἱ πιστοί εἶδαν τό Γέροντα νά συλλειτουργῆ μέ τόν ἱερουργοῦντα ἱερέα. Καθώς ὁ λειτουργός τούς διαβεβαίωσε ὅτι ἦταν μόνος μέσα στό ἱερό, ὅλοι θαύμασαν· καί ὅταν ἡ μοναχή Ἄννα ἐπισκέφθηκε τόν π. Γεώργιο, ἐκεῖνος τῆς ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἡ ἐμφάνισί του εἶχε γίνει πρός διόρθωσι καί στερέωσι τῆς Πίστεώς τους»(ΝΣ, 108).
<>
«Διανέμω ἐθελοντικά γεύματα στήν ὀρεινή κοινότητά μου. Μετά ἀπό μιά μεγάλη χιονοθύελλα μέ πολύ χαμηλές θερμοκρασίες καί διακοπές τίς ἡλεκτροδοτήσεως, ὁδηγοῦσα σ᾽ ἕνα ἀπότομο, χιονισμένο δρόμο πηγαίνοντας νά δῶ ἄν εἶναι καλά μιά ἡλικιωμένη πού ζῆ μόνη. Ὅταν εἶδα ἴχνη ἀπό scooter χιονιοῦ στό δρόμο πρός τό σπίτι της, ἀνησύχησα πώς κάτι τῆς συνέβη. Μέ ἀνακούφισι τή βρῆκα ὑγιή, χαρούμενη καί ζεστή δίπλα στήν ἀναμμένη ξυλόσομπα. Ὅταν τή ρώτησα γιά τά ἴχνη στό χιόνι, μοῦ εἶπε: “Ἕνα εὐγενικό παιδί σταμάτησε νά δῆ τί κάνω”. Ἄν καί δέν γνώριζε ποιός ἦταν, ἤξερε πώς κάποιος μπῆκε στόν κόπο νά βεβαιωθῆ ὅτι ἦταν καλά.
Οὔτε ἐγώ ξέρω ποιός ἦταν ὁ χειριστής τῆς μηχανῆς, ἀλλά κατά μία ἔννοια τόν γνωρίζω. Οἱ πράξεις του ἔδειχναν τή φροντίδα, τό ἐνδιαφέρον καί τή Χάρι τήν ὁποία μᾶς δείχνει ὁ Κύριος κάθε μέρα. Ὅλοι πορευόμαστε πρός τό αἰώνιο σπίτι μας καί κάποια στιγμή θά χρειαστοῦμε βοήθεια. Ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας καί ὁδηγός μας, εἶπε: “Μέ ἀγαπᾶς;... Ποίμανε τά πρόβατά μου”(Ἰω 21, 16). Εἴθε ὁ καθένας μας νά εἶναι ἕτοιμος καί πρόθυμος νά βοηθήση ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καί νά εἶναι τό ἴδιο πρόθυμος νά δεχτῆ τή βοήθεια τήν ὁποία μᾶς προσφέρουν οἱ ἄλλοι».
<>
Διηγείται ο Ἀγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης:
Ήταν βράδυ του Τιμίου Προδρόμου, θα ξημέρωνε του Αγίου Κάρπου, και νιώθω ανάλαφρος σαν πούπουλο!
Καμία όρεξη να κοιμηθώ! Σκέφτομαι:
Ας καθήσω να γράψω κάτι για τον παπα - Τύχωνα να το στείλω στις αδελφές!
Μέχρι τις 08:30 αγιορείτικα έγραψα ως τριάντα σελίδες!
Αν και δεν νύσταζα, είπα να ξαπλώσω γιατί ένιωθα λίγη κούραση στα πόδια!
Παίρνει να φωτίζη!
Στις 9 η ώρα (6 περίπου κοσμικά το πρωί) δεν είχα κοιμηθή!
Σε μια στιγμή σαν να χάθηκε ο τοίχος του κελλιού μου, δίπλα στο κρεββάτι προς το εργαστήριο!
Βλέπω τον Χριστό μέσα σε Φώς σε απόσταση έξι μέτρα περίπου!
Τον έβλεπα από το πλάι!
Τα μαλλιά του ήταν ξανθά και τα μάτια του γαλανά!
Μου μίλησε!
Κοίταξε λίγο δίπλα, όχι ακριβώς εμένα!
Δεν έβλεπα με τα σωματικά μάτια!
Αυτά είτε ανοιχτά είναι είτε κλειστά, καμιά διαφορά δεν έχει!
Έβλεπαν τα μάτια της ψυχής!
Όταν Τον είδα σκέφθηκα:
Πώς μπόρεσαν να φτύσουν τέτοια Μορφή;
Πώς μπόρεσαν οι αθεόφοβοι να ακουμπήσουν τέτοια Μορφή;
Πώς μπόρεσαν να μπήξουν καρφιά σε αυτό το Σώμα;
Πα! πα! πα! Απόμεινα!
Τι γλυκύτητα ένιωθα! Τι αγαλλίαση!
Δεν μπορώ να εκφράσω με δικά μου λόγια την Ομορφιά Αυτή!
Ήταν αυτό που λέει ο ψαλμός: Ο ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων!
Αυτό ήταν!
Δεν έχω δει ποτέ τέτοια εικόνα Του!
Μόνο μία κάποτε θυμάμαι που έμοιαζε κάπως!
[σημείωση: αναφέρεται στην Εικόνα του Χριστού στην παρούσα ανάρτηση ο άγιος]
Θα άξιζε να αγωνίζεται κανείς χίλια χρόνια για να δει αυτή την ομορφιά μια στιγμή μόνο!
Τί μεγάλα και ανείπωτα είναι δυνατόν να χαρισθούν στον άνθρωπο και με τι τιποτένια ασχολούμαστε!
Έλαμπε το πρόσωπό Του και με την γλυκειά Του όψη σε διέλυε!
Φυσικά δεν μπορούσα να υπολογίσω τον χρόνο, ένα ή δύο λεπτά, και Τον έχασα!
Τον έβλεπα με τα μάτια της ψυχής γιατί όπως είδα τα μάτια του σώματος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι άχρηστα!
Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι η λαμπερή εκείνη όψη Του με την γλυκειά εκείνη Θεία ωραιότητα!
Και εκείνο που δεν μπορώ να χωρέσω στον νού μου είναι πως τόλμησαν άνθρωποι να φερθούν τόσο απάνθρωπα στον Θεάνθρωπο Ιησού που και ως άνθρωπος ήτο αναμάρτητος και η γλυκειά Του όψη με την πολλή Του καλωσύνη έλιωνε και πέτρες!
Επίσης δεν μπορώ να εξηγήσω τι Τον έκανε τον Χριστό να παρουσιασθή ενώ δεν βλέπω τίποτε το καλό στον εαυτό μου εκτός από πάθη και αμαρτίες!
Νομίζω ότι αξίζει να κάνει κανείς εάν μπορούσε όλους τους αγώνας που έκαναν όλοι οι ασκητές από τον 1ον αιώνα μέχρι τον 20ον για να Τον ιδή, όχι για πάντα στον παράδεισο, αλλά έστω για ένα λεπτό!
Πιστεύω πως είναι ένα δώρο που μου έκανε ο παπα - Τύχων!
Να μην το πης σε κανέναν!
Πολύ το σκέφθηκα να το πω και σε σένα!
Βλέπεις τόση ώρα δεν σου μίλησα, τώρα που φεύγεις!
Ύστερα από δύο μέρες όταν ξανασυναντήθηκαν, ο Άγιος Παΐσιος είπε:
Όλη τη νύχτα έκλαιγα γιατί σου το πα!
Δεν φοβάμαι πως θα το πεις!
Αλλά εγώ ζημιώθηκα!
Εγώ ο ταλαίπωρος που Τον είδα δυό λεπτά περίπου, όσο και να αγωνισθώ σε όλην την ζωή μου δεν μπορώ να εξοφλήσω!
Ο Θεός να με ελεήσει!
Εύχεσθε!
<>
Μαρτυρία Μαρίου Ζερβάκη: «Κάποια στιγμή, πῆγα σ᾽ ἕνα σημεῖο τοῦ χωριοῦ, μέ ἁμάξι τύπου “4x4”, τό ὁποῖο χωρίζεται ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγ. Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ μέ ἕνα λόφο, γιά νά κόψω κεράσια καί γιά νά πάρω ξύλα μέ τό trailer πού εἶχα “κοτσάρει” στό ἁμάξι. Ἐκεῖ ἔχει μιά ἐπικίνδυνη στροφή, πού φοβόμουν πάντα, γιατί ἀπό κάτω εἶναι γκρεμός. Τότε ἔγινε τό μοιραῖο... Καί ἀπό λάθος μου, καθώς ἤμουν κουρασμένος, ἔφυγε τό ἁμάξι στόν γκρεμό βάθους ὀκτώ μέτρων, μέ κάτι τεράστιους ὀγκόλιθους στό τέλος τοῦ γκρεμοῦ, πού δέν χτύπησαν τό ἁμάξι —ὅπως ἦταν φυσικό.
Ἔβλεπα σέ αὐτά τά δευτερόλεπτα μία μορφή Μοναχοῦ. Μόλις ἔφτασα στό τέρμα τοῦ γκρεμοῦ, τό ἁμάξι, μέ τή φόρα του, πήγαινε πάνω σέ δεύτερο γκρεμό, βαθύτερο καί πολύ πιό ἐπικίνδυνο. Τότε, πάλι, ἔβλεπα αὐτή τή μορφή μπροστά μου καί, σίγουρα, ἀπέτρεψε γιά δεύτερη φορά τό θάνατό μου, καθώς τά λάστιχα τοῦ αὐτοκινήτου καί τοῦ treiler περάσανε σέ ἀπόστασι χιλιοστῶν ἀπ᾽ τό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ.
Σοκαρισμένος, βγῆκα ἔξω καί δέν πίστευα ὅτι ἤμουν ζωντανός. Κοιτάω γύρω μου καί, στό λόφο ὅπου εἶναι ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγ. Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ, ἀπό κάτω καί σέ μικρή ἀπόστασι, βλέπω τήν ἴδια μορφή, στήν κορυφή, καί μέ κοιτοῦσε. Ὁπότε, σ᾽ ἕνα ἀνοιγοκλείσιμο τῶν ματιῶν μου, ἐξαφανίστηκε.
Τό ἁμάξι μου ὅπως καί τό treiler δέν εἶχαν πάθει τίποτε... Θαῦμα, ἀφοῦ πέρασε ὀγκόλιθους χωρίς νά χτυπήση πάνω τους. Καί ἐγώ ζωντανός!»(ΜΜ, 87).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
Μαρτυρία Μαρίου Ζερβάκη: «Πήγαμε, ἕνα πρωΐ, [στό ναό τοῦ Ἁγ. Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ στό Σηρικάρι Χανίων], ἀλλά ὁ ναός ἦταν κλειστός. Λυπηθήκαμε πολύ, γιατί ἐκείνη τήν ἡμέρα, τό ἀπόγευμα, θά πηγαίναμε ἀπόγευμα καί ὄχι πρωΐ.
Ὑπάρχει καί ἕνα ἄλλο ἐκκλησάκι πρίν ἀπ᾽ τό ναό τοῦ Ἁγίου, καί πήγαμε ἐκεῖ γιά νά προσκυνήσουμε, ἀφοῦ ἦταν ἀνοιχτό. Ὅταν τελειώσαμε τό προσκύνημα, μοῦ εἶπε ἡ γυναῖκα μου νά φύγουμε. Τότε τῆς εἶπα νά πᾶμε νά δοῦμε καί τό πατρικό σπίτι τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ εἶναι λίγα μέτρα παρακάτω. Πήγαμε, λοιπόν, καί ὅταν ἤμασταν στό προσκύνημα ὁ μικρός μου γυιός ἄρχισε νά μοῦ φωνάζη καί νά μοῦ λέη ὅτι θέλει “τουαλέτα”. Ἀγχώθηκα λίγο ἐκείνη τή στιγμή, ὅμως, ἄκουσε τίς φωνές μία γυναῖκα καί μᾶς εἶπε νά πᾶμε, μέ χαρά, στό σπίτι της, πού ἦταν ἐκεῖ δίπλα. Ὅταν τῆς ἐξήγησα ὅτι εἶμαι ἀπ᾽ τό Ἡράκλειο καί ὅτι ἤρθαμε γιά τόν Ἅγιο, νά προσκυνήσουμε, ἀλλά δέν τά καταφέραμε λόγῳ τοῦ ὅτι ἦταν κλειστός ὁ ναός, τότε, λοιπόν, παίρνει τηλέφωνο ἕνα παιδί καί, νά, τά κλειδιά τοῦ ναοῦ στά χέρια μου!»(ΜΜ, 102).
<>
Λακκούβα στο δρόμο προς τον Θεό
Περιστατικό με μια γυναίκα που ήθελε να βαπτιστεί
Διάκονος Διονύσιος Αχαλασβίλι
Όταν ένας άνθρωπος γίνεται μέλος της Εκκλησίας, αρχίζει να ψάχνει περισσότερο τη ζωή του. Σε γεγονότα που άλλοι θεωρούν τυχαία, αρχίζει να βλέπει ένα νόημα που μέχρι τότε του ήταν κρυφό.
Μια ενορίτισσά μας από τον Ιερό Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σκέπης στην πόλη Καμισλόβ μού διηγήθηκε ότι πριν από κάποιο καιρό ήταν πολύ ενθουσιασμένη με τα βιβλία του αποκρυφισμού, αλλά όταν αποφάσισε να βαπτιστεί, δεν μπορούσε για πολύ καιρό να μπει στην εκκλησία. Κυριολεκτικά δεν μπορούσε. Ετοιμαζόταν το πρωί να πάει στην εκκλησία, έχοντας κανονίσει με τον ιερέα, αλλά όλο και κάποιος τηλεφωνούσε απροσδόκητα για να τρέξει κάπου επειγόντως. Προέκυπταν διάφορα σημαντικά προβλήματα, αν και προηγουμένως για εβδομάδες κανείς δεν της ζητούσε κάτι... Κάθε φορά η βάπτισή της αναβαλλόταν ξανά και ξανά.
Στην πέμπτη προσπάθεια κατάλαβε ότι πλέον υπήρχαν πάρα πολλές συμπτώσεις και αυτό την έκανε να νιώσει άσχημα. Σκέφτηκε: «Τι είναι αυτό που μου συμβαίνει;» Αυτή τη φορά αποφάσισε να πάει στην εκκλησία ό,τι κι αν συνέβαινε. Την Κυριακή ντύθηκε, έκανε το σταυρό της και πήγε.
Κοντά στον ναό υπήρχε μια μεγάλη λακκούβα με νερό, πήγε να την παρακάμψει, αλλά... γλίστρησε και έπεσε στη λάσπη! Όλο το παλτό της λερώθηκε, τα παπούτσια της βράχηκαν. Κοιτάζει τον εαυτό της και δεν πιστεύει στα μάτια της. Μπροστά της, όμως, είδε τον ναό και είπε στον εαυτό της: «Όχι, θα πάω στην εκκλησία πάση θυσία!» Μπήκε όπως ήταν, βρεγμένη και λερωμένη. Ο παππούλης την κοιτάζει με απορία: «Πώς να σας βοηθήσω;» Και αυτή του απαντάει: «Βαπτίστε με, σας παρακαλώ!»
Τώρα το θυμάται και χαμογελάει. Μόλις βαφτίστηκε, όλες οι κακοτυχίες εξαφανίστηκαν. Και την ψυχή της την κυρίευσε μια τέτοια ειρήνη, λέει, μια τέτοια χαρά που δεν περιγράφεται.
https://gr.pravoslavie.ru/173757.html
<>
«Ἡ ἐγγονή μου εἶναι μόλις ἑνός ἔτους. Στέκεται ὄρθια καί κάνει διστακτικά βήματα, ἀλλά δέν προσπάθησε ἀκόμα νά περπατήση μόνη της. Ὅταν θέλη νά πάη ἀπ᾽ τό ἕνα σημεῖο στό ἄλλο, ἀντί νά μπουσουλήση, κοιτάει γύρω της νά δῆ κάποιο ἄτομο πού ἐμπιστεύεται καί τοῦ ἁπλώνει τό χέρι της. Ἄν κάποιος ἀνταποκριθῆ καί τῆς ἁπλώνη τό χέρι, θά τό χρησιμοποιήση γιά νά στηριχθῆ κάι νά πάη ἐκεῖ πού θέλει. Δέν περπατάει ἄν δέν κρατιέται ἀπ᾽ τό χέρι κάποιου πιό δυνατοῦ καί πιό στεθεροῦ ἀπ᾽ τήν ἴδια.
Εἶναι ὑπέροχο νά ξέρουμε πώς δέν χρειάζεται νά πορευτοῦμε στή ζωή μόνοι. Ἀνεξάρτητα ἀπ᾽ τό ἄν νιώθουμε σιγουριά ἤ ἀβεβαιότητα, γενναῖοι ἤ φοβισμένοι, χαρούμενοι ἤ λυπημένοι, ὁ Θεός εἶναι πάντα μαζί μας, δυνατός καί σταθερός γιά νά στηριχτοῦμε πάνω του.
Πάντα μποροῦμε νά ἁπλώνουμε τό χέρι στό Θεό, πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά μᾶς καθοδηγήση, νά μᾶς κατανοήση καί νά μᾶς προστατεύση. Θέλει νά βαδίζη μαζί μας πάντοτε. Ὅπως ἡ ἐγγονή μου πιάνει τό χέρι μου μέ ἐμπιστοσύνη, ξέροντας ὅτι τήν ἀγαπῶ, ἔτσι κι ἐμεῖς μποροῦμε νά κρατηθοῦμε ἀπ᾽ τό Θεό μέ ἐμπιστοσύνη: μέσα στήν ἀγάπη καί τό ἔλεός του δέν θά μᾶς ἀφήση νά πέσουμε».
<>
Ὅσ. Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου: «Ὅταν δῆς ἄνθρωπο κουρασμένο πνευματικά, μή τοῦ βάλεις ἄλλο φορτίο, διότι τά γόνατά του δέν ἀντέχουν»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Ἱ. Αὐγουστίνος: «Δαμάζουμε μέ τή νηστεία τή σάρκα μας, πού εἶναι τό ὑποζύγιο τῆς ψυχῆς μας, γιά νά βαδίσουμε μέ ἀσφάλεια πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Ὅσ. Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου: «Πρέπει νά χαίρεσαι. Καλλιτεχνική σμίλη κρατάει στά χέρια Του ὁ Ἰησοῦς, θέλει νά σέ ἑτοιμάση ἕνα ἄγαλμα τοῦ οὐράνιου παλατιοῦ»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
«Ὁ πειρασμός νά ἐγκαταλείψης εἶναι πιό δυνατός ὅταν πλησιάζη ἡ νίκη»(https://amfoterodexios.blogspot.com/2025/11/blog-post_18.html).
<>
Γέροντας Θεόφιλος Ζησόπουλος: «Βεβαίως, ἡ νηστεία δέν εἶναι τό πᾶν. Ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ νηστεία τῶν Χριτουγέννων, γιά τήν ψυχική προετοιμασία τῶν πιστῶν. Γιά νά μπορέσουν ἔτσι νά ζήσουν πνευματικότερη ζωή, νά ἐπιτύχουν τήν περισυλλογή, νά ἀσκηθοῦν στήν ἐγκράτεια, νά ἐνισχύσουν τή θέλησί τους»(ἡμερ. Λυδία 2026).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
Γέροντας Θεόφιλος Ζησόπουλος: «Γιά ἕνα παιδί πού κάνει ἀταξίες λέμε: “Κρίμα! Προσβάλλει τόν πατέρα του, πού εἶναι τόσο καλός”. Ἐμεῖς, ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ, δίνουμε τήν εὐκαιρία στόν Κύριό μας νά καμαρώνη γιά μᾶς; Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ διαφυλάσσεται στήν καρδιά μας καί μεταφράζεται ἀπό θεωρία σέ πράξι, ἀπό λόγια σέ ζωή; Τότε εἴμαστε ὄντως παιδιά τοῦ Θεοῦ»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Πατριάρχης Σερβίας Παῦλος: «Μή μιλᾶτε στούς ἀνθρώπους γιά τόν Κύριο, ἄν δέν θέλουν νά ἀκούσουν γι᾽ Αὐτόν. Ζῆστε ὅπως ὁ Κύριος καί οἱ ἴδιοι θά σᾶς ρωτήσουν γιά νά μάθουν.
<>
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πίστι πού ἀναγνωρίζεται ἀπ᾽ τόν τρόπο πού τή ζοῦμε, τό πῶς ἐνεργοῦμε καί τό πῶς φερόμαστε. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρόπος ζωῆς»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
«Ὅσοι ἀγαποῦν
οὔτε ἀπατοῦν
οὔτε ἀπαιτοῦν
οὔτε ἐπαιτοῦν»(https://amfoterodexios.blogspot.com/2018/11/blog-post_438.html).
<>
Γέροντας Ἐφραίμ τῆς Arizona: «Ἄν δέν μπορέσης νά βάλης τά παιδιά σου στό δρόμο τοῦ Χριστοῦ, νά ἔχης τουλάχιστον νά δείξης στόν Κύριο γόνατα βαθουλωμένα ἀπ᾽ τίς μετάνοιες»(https://amfoterodexios.blogspot.com/2022/12/blog-post_10.html).
<>
Ὅσ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: «Αὐτό τό ὁποῖο ζῆς, αὐτό καί ἀκτινοβολεῖς. Ἀκτινοβολεῖ ὁ Χριστός μέσα σου; Αὐτό πηγαίνει στό παιδί σου. Ἐκεῖ βρίσκεται τό μυστικό. Καί ἄν γίνη αὐτό ὅταν τό παιδί εἶναι μικρό στήν ἡλικία, δέν θά χρειαστῆ νά κοπιάσης πολύ, ὅταν μεγαλώση...»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Ὅσ. Σωφρόνιος τοῦ Essex: «Ἡ πείρα ἀποδεικνύει ὅτι ἡ χάρι ἔρχεται σέ ἐμᾶς περισσότερο ὅταν δέν τήν περιμένουμε, ὅταν θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας ἀνάξιό της, ἀνάξιο ἀκόμη καί τῆς σωτηρίας»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Ἅγ. Παΐσιος Ἁγιορείτης: «Ὅσο πιό ἄρρωστος εἶσαι, ὅσο πιό ἁμαρτωλός, ὅσο πιό πληγωμένος, ὅσο πιό θλιμμένος, τόσο πιό κατάλληλος εἶσαι γιά νά σέ πάρη στά χέρια Του ὁ Χριστός καί νά σέ γιατρέψη, νά σέ σώση, νά σέ λυτρώση»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Ὁ εὐεργετημένος πρέπει νά θυμᾶται τό καλό πού τοῦ ἔκαναν, ὁ εὐεργέτης ὅμως καθόλου»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
Γέροντας Θεόφιλος Ζησόπουλος: «Εἶναι ἀλήθεια ὁ Χριστός ἤ δέν εἶναι; Ἤ ὑπάρχει ἤ δέν ὑπάρχει. Ἤ Τόν πιστεύουμε ἤ δέν Τόν πιστεύουμε. Ἄν Τόν πιστεύουμε, πρέπει νά Τόν ἀκολουθήσουμε. Ἄν Τόν ἀκολουθήσουμε, πρέπει νά Τόν γνωρίσουμε. Ἄν Τόν γνωρίσουμε, πρέπει νά Τόν ἀγαπήσουνμε. Καί ἄν Τόν ἀγαπήσουμε, πρέπει νά τηρήσουμε τίς ἐντολές Του»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
<>
«Ἐπί γερμανικῆς Κατοχῆς, ὁ ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἀθωνίτης [μετέπειτα τοῦ Essex] παρουσιάστηκε ἕνα βράδυ, ἐντελῶς ἀπρόσμενα, στήν πύλη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Παύλου καί ἀνήγγειλε στόν ἡγούμενο Σεραφείμ ὅτι μεγάλος κίνδυνος ἀπειλοῦσε τό μοναστήρι. Ὁ ἡγούμενος διέταξε ὅλους τούς μοναχούς νά προσευχηθοῦν, καί λίγο ἀργότερα ὁ ἡμιονηγός τῆς γειτονικῆς Μονῆς Διονυσίου ἔφερε, ἐκ μέρους τοῦ ἡγουμένου Γαβριήλ (+1983), ἐμπιστευτικό μήνυμα ὅτι τρεῖς Γερμανοί ἀξιωματικοί εἶχαν κατά λάθος παρουσιαστῆ στή μονή του, πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἡ Ἁγ. Παύλου, μέ ἐντολή νά καταστραφῆ ὁλοκληρωτικά. Πράγματι, ἕνας μοναχός πού εἶχε καταδικαστῆ στή Θεσ/νίκη μέ τήν κατηγορία ὅτι εἶχε βοηθήσει Ἄγγλους ἀεροπόρους νά φύγουν ἀπ᾽ τήν Ἑλλάδα εἶχε καταφέρει νά δραπετεύση καί οἱ Γερμανοί εἶχαν πληροφορίες ὅτι εἶχε καταφύγει στή Μονή Ἁγ. Παύλου. Ἔχοντας λάβει ἔγκαιρα τήν πληροφορία, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἁγ. Παύλου ἔβαλε νά γράψουν στόν Κώδικα τῆς Μονῆς μέ προγενέστερη ἡμερομηνία μιά εἰκονική καταδικαστική ἀπόφασι, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Μονή εἶχε ἀποφασίσει νά παραδώση στίς Ἀρχές τό δραπέτη μοναχό. Ὅταν τό πρωΐ οἱ Γερμανοί ἀξιωματικοί κατέφθασαν ἀπειλητικοί στή Μονή, τούς παρουσίασαν τό ἐν λόγῳ ἔγγραφο, ἀντίγραφο τοῦ ὁποίου πῆραν προτοῦ φύγουν. Ἔτσι χάρι στό διορατικό χάρισμα τοῦ ἁγίου ἐρημίτη, τό μοναστήρι σώθηκε»(NΣ, 410).
<>
Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης: «Δωρεάν σώζει ὁ Χριστός τόν ἄνθρωπο, οἱ κόποι δείχνουν μόνο τήν προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου»(ἡμερ. Ἁγ. Λυδίας 2026).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
Δημήτριος Παναγόπουλος, ἱεροκήρυκας: «Δέν μπορεῖς νά μιλᾶς ἀγαπητέ μου γιά Χριστιανισμό, γιά Ὀρθοδοξία καί νά τήν “ἀδικῆς”. Στήν οὐσία ἀδικεῖς τόν ἑαυτό σου. Κάθισε νά διαβάσης τό Χριστιανισμό σωστά καί ἄν θελήσης νά τόν ζήσης λίγο, γιά νά ἔχεις βίωμα, τότε ἔλα νά συζητήσουμε.
Ἐφόσον, ὅμως, κάθεσαι μακρυά καί μοῦ ἔχεις διαβάσει ὅλους τούς ἀπίστους καί ὅλους τούς ἀθέους καί εἰδωλολάτρες συγγραφεῖς καί δέν ἔχεις διαβάσει τό Εὐαγγέλιο καί τούς Πατέρες καί οὔτε τό σταυρό σου δέν ξέρεις νά κάνης, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἔχης γνώμη γιά ἕνα πράγμα καί νά τό κατηγορῆς;».
<>
«Ἕνας ἀπ᾽ τούς ἀνακριτές ρώτησε τόν Ἅγ. ἱερομάρτυρα Ἀλέξανδρο Μπαλτάγκα τῆς Βεσσαραβίας τῆς Ρουμανίας:
—Δεῖξε μου τό Θεό σου!
Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε:
—Ὅταν μοῦ δείξης ἐσύ τό νοῦ σου, τότε θά σοῦ δείξω τό Θεό μου!»(NΣ, 450).
<>
«“Μέ πίκραναν, μέ στενοχώρησαν, μέ ἀδίκησαν, μοῦ ἔκαναν κακό. Περιμένω νά μοῦ ζητήσουν συγγνώμη”. Καί τά κρατᾶς ἐκεῖ σάν φίδια, καί σέ τρῶνε»(https://trelogiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_208.html).
<>
‘ ̓
“”
«»().
Ἰταλική παροιμία: «Μετά τό παιχνίδι, ὁ βασιλιάς καί τό πιόνι μπαίνουν στό ἴδιο κουτί»(https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=59783.0).
<>
«Οἱ γονεῖς τῆς ὁσίας Ἀγάθης τῆς Μονῆς Κουσελάουκα, ἔκαναν συχνά προσκυνήματα. Μία μέρα, ἡ Ἀγάθη τούς ζήτησε νά τήν πάρουν μαζί τους στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου· ἐκεῖνοι, ὅμως, ἐκτίμησαν ὅτι ὁ δρόμος ἦταν μακρύς καί δύσκολος γιά ἕνα παιδί καί τήν ἄφησαν στό σπίτι. Λίγες μέρες μετά τήν ἀναχώρησί τους, ἡ Ἀγάθη ἔφυγε γιά τό Κίεβο. Μέσα στό σκοτάδι τῆς νύκτας, ἔπεσε σ᾽ ἕνα βαθύ πηγάδι καί τραυματίστηκε βαρειά καί στά δύο πόδια. Πέρασε τρία χρόνια καθισμένη στόν πάτο τοῦ πηγαδιοῦ, τρεφόμενη θαυματουργικά ἀπό ἀγγέλους καί ἐνισχυόμενη ἀπ᾽ τό Θεό. Τή βρῆκε ἕνας βοσκός πού ἄκουσε νά βγαίνη ἀπ᾽ τό πηγάδι ἀγγελική μελωδία. Τήν πῆγε στό πατρικό της σπίτι καί ἀπό τότε, ἀκινητοποιημένη στό κρεββάτι της, περνοῦσε τό χρόνο της προσευχόμενη. Προσκυνητές ἔρχονταν κοντά της καί ἀσθενεῖς θεραπεύονταν χάρι στήν προσευχή της, μέχρι τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ Θεοτόκος τῆς ἔδωσε ἐντολή, σ᾽ ἕνα ἐνύπνιο, νά μπῆ στό πιό φτωχό μοναστήρι τῆς Βεσσαραβίας, τή Μονή Κουσελάουκα (Κουσελόβσκαγια). Ἐκεῖ ἔζησε σαράντα δύο χρόνια, φέροντας τό σταυρό τῆς ἀναπηρίας της, ἀκτινοβολώντας, ὅμως, ἀπ᾽ τή θεία Χάρι. Ἦταν ὐπόδειγμα για τίς ἀδελφές τῆς Μονῆς καί συνέδραμε τούς δοκιμαζόμενους πιστούς μέ τήν προσευχή της»(ΝΣ, 372).
<>
«Μία μητέρα, ἡ ὁποία εἶχε ἕνα μονάκριβο παιδί, τό ὁποῖο τό ὀνόμαζε Γεώργιο, γίνεται στρατιώτης. Πηγαίνει νά πολεμήση. Προτοῦ, ὅμως, πάη γιά νά πολεμήση, ἡ εὐσεβέστατη μητέρα παίρνει τό παιδί της, τό Γεώργιο, καί πάει στήν Ἐκκλησία καί στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, γονατίζει μπροστά του καί λέει:
—Ἅγιέ μου, Γεώργιε, σέ παρακαλῶ, τοῦτο μου τό παιδί πού φέρει τό ὄνομά σου, πηγαίνει στό στρατό γιά νά πολεμήση. Σοῦ τό ἔχω στήν ἀγκάλη σου... φύλαξέ το!
Προσκύνησε καί τό παιδί μέ εὐλάβεια καί πίστι τόν Ἅγ. Γεώργιο, διότι τό γαλούχησε ἡ μητέρα καί τό ὁδήγησε στό Θεό καί ἔφυγε γιά τό στρατό.
Στόν πόλεμο, ὅμως, συλλαμβάνεται αἰχμάλωτος.
Ὁ Ἀγαρηνός τόν βλέπει καί λέει:
—Αὐτός ὁ αἰχμάλωτος θά εἶναι στό παλάτι μου, γιά νά μέ σερβίρη, νά μέ βοηθᾶ καί νά εἶναι ὁ οἰκονόμος μου. Νά εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος θά ὑπηρετῆ τό ὄνομά μου...
Καί μπαίνει τώρα ὁ Γεώργιος ἀπό αἰχμάλωτος στό παλάτι τοῦ Ἀγαρηνοῦ.
Μέσα στό παλάτι πού ἦταν, ὅταν ἐρχόταν ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, μεταφερόταν νοερῶς καί ἔλεγε:
—Ἡ μανούλα μου αὐτή τή στιγμή ἑορτάζει τόν Ἅγ. Γεώργιο. Ὁ ἱερέας εἶναι στό τραπέζι καί εὐλογεῖ τό τραπέζι τῆς μανούλας μου. Ὅλος ὁ κόσμος χαίρεται καί ἐγώ εἶμαι ὑπηρέτης τοῦ ἀπίστου ἀνθρώπου...
Ἔκανε τό σταυρό του καί τήν προσευχή του καί ἔλεγε:
—Θεέ μου, λυπήσου με! Ἄγ. Γεώργιε, λυπήσου με!...
Ἦταν ἕτοιμος ὁ Γεώργιος νά σερβίρη τόν Ἀγᾶ μέ νερό ζεστό, ὁ ὁποῖος σηκώθηκε τό πρωΐ. Κρατάει τό κανάτι στό χεράκι του καί κατεβαίνει τή σκάλα γιά νά ὑπηρετήση τόν Ἀγαρηνό.
Ἐκεῖ τήν στιγμή κατά τήν ὁποία κατέβαινε, τό μυαλό του πάντοτε ἦταν στήν ἑορτή τοῦ Ἁγ. Γεωργίου... καί ξαφνικά στέκεται κοντά του ἕνας καβαλάρης καί τοῦ λέει:
—Κάθισε στό ἄλογό μου!
Καί κάθισε στό ἄλογο καί ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ φθάνει ὁ Γεώργιος στό σπίτι του! Φθάνει στό τραπέζι στό ὁποῖο καθόταν ὁ ἱερέας καί εὐλογοῦσε. Καί ὁ ἴδιος κρατοῦσε τό κανάτι στό χέρι του μέ τό νερό τό ζεστό!
Τί συνέβη;
Ποιός ἦταν αὐτός πού τόν μετέφερε αὐτομάτως στό σπίτι του, στήν ἑορτή τοῦ Ἁγ. Γεωργίου;
Ἦταν ὁ Ἅγ. Γεώργιος, πού τόν ἔδωσε ἡ μάνα του στό χέρι τοῦ Ἁγ. Γεωργίου.
Καί ἔχουμε εἰκόνες τοῦ Ἁγ. Γεωργίου μ᾽ αὐτό τό μεγάλο θαῦμα! Καί βλέπουμε πάνω στό ἄλογο πού κάθεται ὁ Ἅγ. Γεώργιος, στό ἴδιο ἄλογο νά κάθεται ὁ Γεώργιος, ὁ στρατιώτης, μέ τό κανάτι στό χέρι»(ΑΠ, 43).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>

No comments:
Post a Comment