«Ἕνας νέος γύρω στά εἰκοσιπέντε, γεμάτος ἀπό ἐγωϊσμό, ἀπαιτοῦσε ἀπ᾽ τόν πατέρα του τήν ἀγορά τοῦ διπλανοῦ μαγαζιοῦ καί τήν προέκτασι τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐνῶ, κατά τόν πατέρα, ἡ πράξι αὐτή δέν ἦταν καθόλου σωστή ἐμπορικά καί ὁ πατέρας κατέφυγε στόν Ἅγ. Γέροντα Πορφύριο γιά συμβουλή. Τότε ὁ Γέροντας, πού ἔβλεπε μέ τή διόρασι, τοῦ εἶπε, ὅτι τό παιδί του θέλει ἀκόμη λίγα χρόνια, γιά νά ξεφύγη ἀπ᾽ τό νεανικό ἐγωϊσμό ἀλλά, ὅπως ἔβλεπε κι ὁ ἴδιος ὁ πατέρας, ἡ διαφορά τους ἔφθασε στά ἄκρα κι ἔφθασε ὁ κόμπος στό χτένι καί ὁ νέος ἀποφάσισε νά ἐγκαταλείψη τόν πατέρα καί νά φύγη. Τότε ὁ Γέροντας λέει πρός τόν πατέρα, χρησιμοποιῶντας τό διορατικό του χάρισμα, ἐγώ βλέπω ὅτι μπορεῖ τό παιδί νά κάνη λάθος ἀλλά
<>
«Κάποτε κάποιος κακός ἄνθρωπος καταδίωκε μιά παρθένο, γιά νά τή διαφθείρη καί νά τῆς πάρη τόν ἀτίμητο θησαυρό. Καί αὐτός παραμόνευε ἡμέρα καί νύκτα, πώς νά παγιδεύση τήν κόρη αὐτή.
Δέν μποροῦσε, ὅμως, διότι αὐτή ἀντιλήφθηκε, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος κοντά της.
Μία ὅμως ἡμέρα, τή βρῆκε σ᾽ ἕνα στενό μέρος καί ἐπιτέθηκε ἐναντίον της καί ἐκείνη τό ἔβαλε στά πόδια. Ἔτρεχε καί ἐκείνη, ἔτρεχε καί αὐτός.
Καί τῆς φώναζε:
—Σέ ἔφτασα! Δέν θά μοῦ γλυτώσης αὐτή τή στιγμή.
Καί ἐκείνη ἔτρεχε, ὅπως τρέχει ὁ ἄνεμος, γιά νά γλυτώση τήν παρθενία της.
Σέ μιά στιγμή ὅμως αὐτός, τῆς λέει:
—Σέ ἔφτασα!!!
Καί ἐκείνη ἡ κόρη, μόλις ἄκουσε ἐκείνη τή λέξι, ἄνοιξε τό στόμα της καί εἶπε αὐτά τά λόγια:
—Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καί πάντων τῶν εἰς Σέ προστρεχόντων.
Καί ἀμέσως, ὦ τοῦ θαύματος, ὅπως ἔτρεχε αὐτός ἐναντίον τῆς κόρης τῆς παρθένου, ἀνυψώθηκε μπροστά του ἕνα τεῖχος! Καί μόλις εἶδε τό τεῖχος αὐτό, ἐπέστρεψε ἄπρακτος...»(ΑΠ, 273).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
«Εἶπε ὁ Ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης:
“Δέν ἐπιτρέπεται, βασιλιά μου, ὁ λογικός καί φρόνιμος ἄνθρωπος νά θυμώνη καί νά ταράζεται γιά μάταια πράγματα. Ἐγώ δέν συνέτριψα [θεούς] ὅπως ἐσύ νομίζεις. Ὄχι. Ἀλλά συνέτριψα χρυσάφι καί ἀσήμι καί τά μοίρασα στούς φτωχούς, γιατί τό χρυσάφι καί τό ἀσήμι δέν δημιουργήθηκαν ἀπ᾽ τό Θεό γιά νά προσκυνοῦνται. Ἀντίθετα μάλιστα, ἔγιναν γιά νά χρησιμεύουν στίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Καί εἶναι πολύ ἀνόητο πράγμα νά νομίζη κανείς, ὅτι οἱ θεοί κατασκευάζονται ἀπό ἄνθρωπο. Καί ὁ μέν κατασκευαστής τους ἄνθρωπος νά εἶναι θνητός, τά ἔργα του, νά θεωροῦνται ὅτι εἶναι ἀθάνατα. Δέν εἶναι σωστό, βασιλιά μου, ἡ ὕλη τοῦ χρυσαφιοῦ καί τοῦ ἀσημιοῦ, πού εἶναι γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, νά τιμᾶται μέ τήν ὀνομασία τοῦ θεοῦ, δηλαδή νά λέγεται θεός. Κανένας δοῦλος ποτέ δέν παίρνει τό ὄνομα τοῦ ἀφέντη του, παρόλο πού ὁ δοῦλος καί ὁ ἀφέντης ἔχουν τή μία καί αὐτή φύσι. Ἄν τό ἔκανε αὐτό ὁ δοῦλος, αὐτό θά θεωρεῖτο μεγάλη ἀτιμία ἀπ᾽ τόν κύριό του. Πόσο μεγάλη, ὅμως, ἀτιμία προξενεῖται στή μακαρία φύσι τοῦ Θεοῦ, ἀπ᾽ τό νά παίρνουν τό θεῖο ὄνομά Του, τά τεχνητά ἔργα τῶν ἀνθρώπων;”.
Καθώς ὁ βασιλιάς ἔμενε ἄφωνος, γιατί δέν εἶχε τίποτε νά πῆ γιά νά ἀντικρούση τό Θεόδωρο, ἐκεῖνος συνέχισε χαρακτηρίζοντας τήν εἰδωλολατρεία ἀνοησία καί ἄγνοια:
“Φεῦ καί ἀλοίμονο σέ μιά τέτοια ἀνοησία! Ὁ θνητός ἄνθρωπος νά κατασκευάζη κεφαλή καί μέλη θεοῦ, ὅπως τοῦ ἀρέσει, κουφά καί ἀκίνητα, καί μετά νά λατρεύη καί νά φοβᾶται τό ἔργο τῶν χεριῶν του. Ποιά ἄλλη ἄγνοια μεγαλύτερη μπορεῖ νά βρεθῆ ἀπό αὐτή; Εἴθε νά γίνουν ὅμοιοι μέ τά εἴδωλα, δηλαδή ἀναίσθητοι καί ἀκίνητοι, καί ἐκεῖνοι πού τά κατασκευάζουν καί ὅσοι ἐλπίζουν σ᾽ αὐτά ὅπως λέει ὁ Προφήτης Δαυΐδ: ‘Ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτά, καί πάντες πεποιθότες ἐπ᾽ αὐτοῖς ̓(Ψ 134, 18). Καί γιατί, ταλαίπωροι, δέν προσκυνᾶτε καλύτερα τόν κεραμοποιό καί τό γλύπτη, καί τό χρυσοχόο, πού μέ τήν τέχνη τους κατασκευάζουν τούς θεούς σας, ἀλλά αὐτούς μέν ὁμολογεῖτε πώς εἶναι θνητοί, τά δέν ἔργα τους τά θεωρεῖται ἀθάνατα; Πραγματικά ἡ ἄγνοιά σας, ἄθλιοι εἶναι τυφλό πράγμα. Διότι ὄχι μόνο προσκυνᾶτε ὡς θεούς τά εἴδωλα πού ἔχουν μορφή ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἐκεῖνα πού ἔχουν μορφή ἄλογων ζώων. Γι᾽ αὐτό εἴσαστε τελείως νεκροί στό νοῦ, ἀφοῦ προσκυνᾶτε θηρία, καί πετεινά καί ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῆς θάλασσας, ἀπ᾽ τά ὁποῖα εἶναι δίκαιο καί νά κατασπαραχτῆτε”.
Καί τελείωσε ὁ Θεόδωρος τό λόγο του δίνοντας μαρτυρία γιά τή δική του Πίστι:
“Ἐγώ λατρεύω ἕνα Θεό πού εἶναι χωρίς ὄγκο, αἰώνιος, δέν ἔχει μορφή, ἀόρατο, ἀναλλοίωτο, πού πάντα ὑπάρχει καί ζῆ, καί δέν ἔχει ἀρχή οὔτε τέλος. Αὐτός μέ τό ζωντανό Υἱό καί Λόγο Του, καί μέ τό ὁμοούσιο Πνεῦμα Του, δημιούργησε τά πάντα ἀπ᾽ τό μηδέν. Καί γιά νά πῶ μέ συντομία, Αὐτός ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά μᾶς χαρίση τήν ἀφθαρσία, καί μέ τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασί Του μᾶς ἔδωσε τήν ἀπάθεια. Αὐτός ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς καί ἀνέβασε μαζί καί τό ἀνθρώπινο σῶμα, καί τίμησε ὅλο τό γένος μας μέ τό νά γίνη ὁ Ἴδιος ὁ πρῶτος πού ἀνέβηκε μέ τό σῶμα τό ὁποῖο πῆρε. Πιστεύουμε οἱ Χριστιανοί μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα καί ἐλπίδα ὅτι Αὐτός πρόκειται νά ἔρθη μέ ἀπερίγραπτη δόξα καί δύναμι, γιά νά κρίνη τήν οἰκουμένη δίκαια, καί νά ἀνταποδώση στόν καθένα σύμφωνα μέ τά ἔργα του. Αὐτή ἡ ὀμολογία τῆς Πίστεως, βασιλιά μου, εἶναι ἡ δική μου σωτηρία. Καί γι᾽ αὐτήν εἶμαι ἕτοιμος νά πεθάνω. Διότι ὁ θάνατος γιά τήν Πίστι αὐτή εἶναι ἀληθινή ζωή. Ἐπειδή σύμφωνα μέ τούς νουνεχεῖς εἶναι προτιμότερο νά πεθάνη κανείς καλῶς καί γιά τήν ἀλήθεια, παρά νά ζῆ κακῶς καί στό ψέμμα. Σ᾽ ἐμένα ζωή εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος γίνεται τά πάντα σέ ὅλους (Α´ Κορ 9, 22) καί ὁ θάνατος γιά χάρι τοῦ Χριστοῦ λογαριάζεται γιά ἐμένα αἰώνιο καί ἀθάνατο κέρδος (Φιλ 1, 21). Λοιπόν, δικαστή, κάνε τό γρηγορότερο ὅ,τι νομίζεις, καί μήν ἀργοπορεῖς. Διότι μέ τό νά θελήσης νά μέ βασανίσης, ἐπειδή σοῦ εἶπα τήν ἀλήθεια, γνώριζε ὅτι ἐσύ μέν θά μεταχειριστῆς ἄδικα τήν ἐξουσία σου, περιφρονώντας τό δίκαιο καί τήν ἀλήθεια, σ᾽ ἐμένα ὅμως πρόκειται νά κάνης μιά ἐπιθυμητή χάρι, ἐπειδή τό ταχύτερο θά μέ στείλης στό Θεό μου”»(ΓΜ, 21).
<>
«Στήν περιοχή τῶν Εὐχαϊτῶν ὑπῆρχε μιά ἐπαρχιακή πόλι, ἡ Ποντοηράκλεια. Ἐκεῖ ἔκαναν κάποτε ἐπιδρομή Ἰσμαηλίτες πειρατές καί πῆραν αἰχμαλώτους πολλούς Χριστιανούς. Μεταξύ αὐτῶν αἰχμαλώτισαν καί τόν μονογενή γυιό μιᾶς χήρας.
Ἡ χήρα ἀπαρηγόρητη μέ κλάματα πήγαινε κάθε ἡμέρα στό Ναό τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος γιά νά παρηγορηθῆ καί τόν παρακαλοῦσε λέγοντας:
“Μεγαλομάρτυρα Ἅγιε, γνωρίζεις ὅτι ἀπ᾽ τήν ἀρχή σοῦ ἀφιέρωσα τό μονάκριβο γυιό μου. Ἐγώ τόν γέννησα, ἀλλά ἦταν δικός σου γυιός κατά χάρι, καί γι᾽ αὐτό τελῶ κάθε χρόνο κατά τήν ἱερή σου μνήμη Λειτουργία γιά νά τόν φυλᾶς. Τώρα, ὅμως, ἡ δυστυχισμένη δέν ἔχω ποῦ νά γείρω τήν κεφαλή μου. Γι᾽ αὐτό σέ παρακαλῶ, Ἅγιε μου, ἐπειδή ἔχυσες τό αἷμα σου ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ, καί ἔχεις παρρησία πρός Αὐτόν καί ὅσα νά τοῦ ζητήσης θά σοῦ τά δώση ὁ Κύριος, σέ παρακαλῶ ἐλευθέρωσε τό γυιό μου γιά νά βρῶ παρηγοριά ἡ ταλαίπωρη”.
Αὐτά ἔλεγε ἡ γυναῖκα, κλαίγοντας, κάθε μέρα ὥσπου ἔφτασε ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου. Ὅπως καί τά προηγούμενα χρόνια τέλεσε τήν ἑορτή καί μέ δάκρυα ἔλεγε:
“Πῶς κάι μέ ποιό τρόπο νά ἐπιτέλέσω μέ χαρά τήν ἑορτή σου, ἐνῶ λείπει τό παιδί μου; Γι᾽ αὐτό σέ παρακαλῶ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ Θεόδωρε, παρηγόρησε τή χηρεία μου”.
Καί ὁ Θεός δέν παρέβλεψε οὔτε τήν παράκλησι τῆς χήρας, οὔτε τήν πρεσβεία τοῦ Ἁγίου. Τήν ἴδια ἐκείνη νύχτα, πού ἐτελεῖτο ἡ μνήμη του, ξαφνικά, καί ἐνῶ ἔψαλαν οἱ ἱερεῖς καί ὑμνολογοῦσε ὁ λαός, βρέθηκε ὁ αἰχμαλωτισμένος γυιός στή μέση τῆς ἐκκλησίας. Τόν ἔφερε ὁ Ἅγιος καθισμένος σέ λευκό ἄλογο. Οἱ πιστοί φιλακόλουθοι ἄνθρωποι ἄκουσαν τόν κρότο τῶν ποδιῶν τοῦ ἀλόγου καί γέμισαν ἔκπληξι γιά τό παράδοξο θαῦμα τό ὁποῖο ἔκανε ὁ Ἅγιος. Ἡ χαρά τῆς μητέρας ἦταν ἀπερίγραπτη βλέποντας τό γυιό της καί ἀκούγοντάς τον νά διηγῆται μπροστά σέ ὅλους, πῶς ὁ Ἅγιος τόν ἅρπαξε μέσα ἀπ᾽ τούς Ἀγαρηνούς καί τόν μετέφερε στήν Ποντοηράκλεια. Καί ὅλοι δοξολόγησαν τό Θεό καί τόν ὑπηρέτη Του Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο»(ΓΜ, 54).
<>
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι τουριστών επισκέφθηκε την Κάλυμνο, γιά τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Σε κάποιο βιβλιοπωλείο του Νησιού αγόρασαν δώρα, και ο Νίκος ο βιβλιοπώλης τους πρόσφερε γιά ευλογία ένα εικονάκι του Αγίου Σάββα.
Στην ερώτηση τους:
«Ποιός είναι αυτός που εικονίζεται στο εικονάκι;».
Η απάντηση ήταν:
«Είναι ο Άγιος του Νησιού μας, ο Άγιος Σάββας!».
Οι τουρίστες ερώτησαν πάλι, με απορία:
«Γιατί είναι Άγιος; Tί έκανε;».
«Είναι Άγιος, γιατί αγάπησε πολύ τον Θεόν, ασκήτευσε, έκανε και κάνει πολλά θαύματα, θεραπεύει καρκινοπαθείς, άτεκνα ζευγάρια τα βοηθάει να κάνουν παιδιά…», απάντησε ο Νίκος.
Μόλις άκουσαν την απάντηση, φωνάζουν την κόρη τους με τον άνδρα της, που περίμεναν έξω από το βιβλιοπωλείο, και ζήτησαν από τον Νίκο να επαναλάβει τα σχετικά με τον Άγιο Σάββα και την βοήθεια που προσφέρει σε άτεκνα ζευγάρια, να αποκτήσουν παιδί. Τα παιδιά αυτά, ήταν πολλά χρόνια παντρεμένα, αλλά δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί.
Η κόρη άκουσε με πολλή προσοχή όλα αυτά που της είπαν γιά τον Άγιο Σάββα και ζήτησε, εάν επιτρέπεται, να επισκεφθούν τη Μονή του Αγίου. Η απάντηση βέβαια ήταν θετική.
Η κοπέλα αυτή, δεν ήταν Ορθόδοξη, αλλά είχε πολύ σεβασμό, οπότε με την είσοδο τους στο Μοναστήρι, ερώτησε την γερόντισσα, εάν μπορούσε να εισέλθη στην Εκκλησία και να προσκυνήσει τη λάρνακα όπου φυλάσσεται ολόσωμο το σκήνωμα του Αγίου Σάββα.
Η γερόντισσα έδωσε ευλογία. Η κοπέλα προσκύνησε με ευλάβεια, και γονατισμένη αρκετή ώρα μπροστά στην λάρνακα, κλαίγοντας, προσευχόταν, λέγοντας μεταξύ άλλων:
«Άγιε Σάββα, εγώ δεν είμαι Ορθόδοξη,
δεν ξέρω πολλά πράγματα γιά το Χριστό,
αλλά πιστεύω στον Θεό,
πιστεύω ότι μπορείς να μας βοηθήσεις»!
Αφού σηκώθηκε, της έδωσε η γερόντισσα λίγο λαδάκι από το καντήλι του Αγίου, ενώ την σταύρωσε και στην κοιλιά της.
Ένα χρόνο μετά...
Το ηλικιωμένο μαζί με το νέο ζευγάρι, ήλθαν πάλι στην Κάλυμνο, επισκέπτονται το βιβλιοπωλείο όπου ευρήκαν τον Νίκο και τον χαιρέτισαν με χαρά.
Εκείνος στην αρχή δεν τους θυμήθηκε, στην συνέχεια βέβαια ήλθε στην μνήμη του η περσινή συνάντηση μαζί τους και τους υποδέχθηκε με χαρά. Χαρά μεγάλη διότι δεν ήταν μόνοι τους.
Η κόρη κρατούσε ένα νεογέννητο μωράκι στην αγκαλιά της!
«Από εδώ η Σαββίνα» του είπαν!
Το πανέμορφο αυτό κοριτσάκι το είχαν βαπτίσει Ορθόδοξη Χριστιανή και το είχαν ονομάσει Σαββίνα!
Συγχρόνως, είχαν βαπτισθή Χριστιανοί και οι ηλικιωμένοι γονείς και το νεαρό ζευγαράκι, από τον Μητροπολίτη Κάλλιστο Ware στην Αγγλία!
Ζήτησαν από τον Νίκο, αν μπορεί να τους ανεβάσει στη Μονή του Αγίου Σάββα να ευχαριστήσουν τον Όσιο!
Μόλις έφθασαν, με μεγάλη συγκίνηση η μητέρα του παιδιού, τοποθετεί τη μικρή Σαββίνα πάνω στη λάρνακα του Αγίου και του λέει: «Τake it, this is yours it's not mine!» Δέξου το αυτό το μωρό, είναι δικό σου, δεν είναι δικό μου!)
Η κοπέλα εκείνη, είχε φέρει από την Αγγλία ένα τεράστιο χαρτοφύλακα, γεμάτο εξετάσεις και ιατρικές γνωματεύσεις από τα καλλίτερα Νοσοκομεία, που της απέκλειαν να μείνει έγκυος λόγω σοβαρού προβλήματος στις σάλπιγγες.
Είχαν δοκιμάσει όλα τα επιστημονικά μέσα και είχαν δαπανήσει αρκετά χρήματα, πουλώντας μάλιστα και ένα οικόπεδο για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν.
Ό,τι δεν επέτυχε η Επιστήμη, το επέτυχε η βαθειά πίστη εις τον Θεόν συνδυασμένη με την αυθόρμητη προσευχή και εμπιστοσύνη, της νέας κοπέλας, στις πρεσβείες του Αγίου Σάββα της Καλύμνου!
<>
Ἀναφέρει ὁ Βαρνάβας Παχουλίδης: «Κάποιος συμπολεμιστής μου [Κύπρος 1974], ὁ Νέστορας ἀπ᾽ τήν Λάπηθο, ἔφεδρος κι αὐτός, ὅταν βρεθήκαμε, μοῦ εἶπε ὅτι ἔφυγε ἀπ᾽ τό τάγμα μέ μετάθεσι στό 211 Τ.Π. στήν Ὀμορφίτα καί μοῦ ἐξιστόρησε τό ἑξῆς θαυμαστό γεγονός. Μέ δύο Land Rover πήγαιναν, γιά νά ἐνισχύσουν κάποια φυλάκια. Στό δρόμο ἔπεσαν πάνω σέ μιά ἐνέδρα Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νά τούς βάζουν μέ τά πολυβόλα. Ἦταν κρυμμένοι μέσα σ᾽ ἕνα πολυβολεῖο καί γι᾽ αὐτό δέν τούς ἀντιλήφθηκαν.
—Ἐγώ φώναξα στούς δικούς μας, λέει ὁ Νέστορας, παιδιά, ξαπλῶστε πρηνηδόν πάνω στήν κάσσια τοῦ Land Rover, γιά νά μή δίνετε στόχο.
Κάποιος ἀπό ἐκείνους πού βρίσκονταν μέσα στό δεύτερο Land Rover, τοῦ λέει:
—Νέστορα, βλέπεις ὅ,τι βλέπω;
Τόν ρωτᾶ ὁ Νέστορας:
—Τί βλέπεις;
Τοῦ λέει:
—Εἶναι ἡ Παναγία πάνω στό φτερό τοῦ αὐτοκινήτου καί διώχνει τίς σφαῖρες δεξιά καί ἀριστερά, γιά νά μή μᾶς χτυπήσουν»(ΜΜ, 50).
Κ. S
<>
Διηγεῖται ὁ Ἀνδρέας Μαγνήτης: «Κάποια φορά πού ἐπιστρέφαμε στό Λήδρα Πάλας [Κύπρος 1974], μοῦ λέει ὁ ὁδηγός:
—Ἔχω μπογιά κόκκινη καί βούρτσα, νά βάλω γύρω στό αὐτοκίνητο σταυρούς, γιά νά μή μᾶς πυροβολήσουν οἱ Τοῦρκοι;
Τοῦ εἶπα:
—Βάλε.
Μετά ἀπό λίγο ξεκινήσαμε νά φύγουμε ἀπ᾽ τό ξενοδοχεῖο καί μόλις βγήκαμε στό δρόμο, μᾶς ἔριξαν ριπή μέ σφαῖρες Dum-Dum καί, ἄν δέν μᾶς κάλυπτε ἡ θεία Χάρις, θά ἤμασταν καί οἱ δύο σίγουρα νεκροί. Ἔσπασαν ὅλα τά τζάμια τοῦ ὀχήματος, μιά σφαίρα ἔκαψε ἐλαφρῶς τά χείλη μου καί τό μουστάκι μου καί στή συνέχεια χτύπησε ξυστά στόν ἀριστερό κρόταφο τόν ὁδηγό. Ἐπίσης, καμμιά δεκαριά σφαῖρες χτύπησαν στόν γύρο τοῦ τιμονιοῦ καί ἀκούστηκε ἕνας δαιμονιώδης κρότος ἀπ᾽ τίς σφαῖρες πού ἔκαναν ξανά ἔκρηξι. Ἐνστικτωδῶς σκύψαμε κάτω τά κεφάλια μας καί ἀπ᾽ τή δεύτερη ἔκρηξι γέμισε ἡ ράχη τοῦ Γιώργου θραύσματα, πού μέχρι σήμερα τά ἔχει στό κορμί του.
Μόλις εἶδα τό αἷμα νά τρέχη ἀπ᾽ τόν κρόταφό του καί νά κατευθύνεται πρός τό μάτι του, γιά νά μή δῆ τό αἷμα καί λιποθυμήσει, ἔβαλα τό δεξί μου χέρι καί κάλυψα τήν πληγή του καί μέ τό ἀριστερό μου χέρι ἔπιασα τό τιμότι, διότι τό αὐτοκίνητο προχωροῦσε ἀκυβέρνητο, καί εἶπα:
—Μή φοβᾶσαι, Γιῶργο, οἱ σφαῖρες ἔγλεῖψαν μας. Ὁδήγα νά πᾶμε στό νοσοκομεῖο νά μᾶς περιποιηθοῦν.
Ἔπρεπε νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀμέσως, γιά νά μή μᾶς ξαναπυροβολήσουν. Ἐγώ δέν ἤξερα ἄν εἶχα βληθῆ ἀπό σφαῖρες, ἔνοιωσα μόνο λίγο κάψιμο στά χείλη.
Τελευταίως, σέ μιἀ τηλεφωνική συνομιλία μας, ὁ Γιῶργος μοῦ εἶπε:
—Νά σοῦ πῶ κάτι παράξενο! Πιστεύεις ὅτι δέν ἔνιωσα τό παραμικρό πόνο, οὔτε ὅταν τραυματίστηκα οὔτε μέχρι σήμερα, παρόλο πού μοῦ εἶπαν οἱ γιατροί νά μήν τολμήσω νά κάνω καμμιά προσπάθεια νά ἀφαιρέσω ´τα βλήματα, διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά παραμείνω παράλυτος;
Ἐγώ τοῦ ἀπάντησα:
—Σέ ἔσωσε ὁ σταυρός.
Ἐννοώντας τό σταυρό πού εἴχαμε βάλει πάνω στό αὐτοκίνητο μέ μπογιά»(ΜΜ, 103).
K. F
<>
Γυναῖκα, πού ἦταν κωφή, ἄκουσε τί τῆς εἶπε ὁ Πνευματικός στήν ἐξομολόγησι.
Τό περιστατικό τό ἀνέφερε ὁ Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος σε ραδιοφωνική συνέντευξί του στον Ἀρχιμ. Ἰωήλ Κωνστάνταρο.
“Ὁ Γέροντας Παρθένιος, ὁ νῦν ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Παύλου στό Ἅγ. Ὄρος, μία φορά ἐξομολόγησε μία ἐντελῶς κουφή, πού μόνο τήν ὥρα τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως ἤρθη παντελῶς ἡ κουφότης της.
Ἄκουσε ὅλα τά τοῦ Γέροντος. Μόλις πῆγε ἔξω, οἱ δικοί της διερωτῶντο τί εἴδους ἐξομολόγησι θά ἔκανε τήν στιγμή πού δέν μποροῦσε νά κάνη διάλογο καί νά πάρη συμβουλές, ἀφοῦ δέν μποροῦσε νά ἀκούση τόν Πνευματικό. Ἀλλά ὅταν μετά τήν ἐξομολόγησι ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας τούς διεβεβαίωσε ὅτι ἔγινε τέλεια ἐξομολόγησι, δηλαδή ἡ παντελῶς κουφή τά ἄκουγε ὅλα, ἔμειναν ἔκθαμβοι…!
Ὅταν ὁ Γέροντας μᾶς τό διηγόταν δέν μποροῦσε νά σταματήση τά δάκρυά του. Δέν χρειάζονται περαιτέρω σχόλια”.
K.
<>
«Ὁ πατέρας μου ἦταν ὁ πρῶτος πού μέ δίδαξε γιά τήν ὀξυγονοκόλλησι. Μοῦ δίδαξε τά βασικά κι αὐτά ἔγιναν ἡ βάσι γιά τή συνεχή βελτίωσί μου. Ἀργότερα πήγα σέ σχολή κι ἐργάστηκα μέ πιό ἔμπειρους τεχνίτες γιά νά μάθω τήν τέχνη μου. Μέ τά χρόνια, ἀπέκτησα δεξιότητες καί ἐμπειρία καθώς ἐργαζόμουν σέ ὅλο καί πιό δύσκολες συγκολλήσεις. Παρόλο, ὅμως, πού βελτιωνόμουν, ὑπῆρχαν στιγμές πού δυσκολευόμουν μέ κάποιο πρόβλημα. Τότε τηλεφωνοῦσα στόν πατέρα μου καί μέ συμβούλευε πῶς νά τό λύσω.
Ὡσπου ὁ πατέρας μου πέθανε καί, δυό ἑβδομάδες μετά τήν κηδεία, κόλλησα σ᾽ ἕνα νέο πρόβλημα. Ἀμέσως σκέφτηκα: θά πάρω τηλέφωνο τόν πατέρα μου. Πηγαίνοντας πρός τό τηλέφωνο, συνειδητοποίησα πώς δέν εἶχα πλέον αὐτή τήν ἐπιλογή: Ξαφνικά ἔνιωσα πολύ μόνος. Γύρισα στήν ἐργασία μου συνειδητοποιώντας ὅτι πλέον ἤμουν μόνος καί ἔπρεπε νά χρησιμοποιήσω τίς δικές μου γνώσεις γιά νά λύσω τό πρόβλημα.
Νομίζω πώς ἔτσι πρέπει νά ἔνιωσαν οἱ μαθητές, ὅταν ὁ Χριστός εἶπε πώς θά τούς ἄφηνε. Στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο διαβάζουμε ὅτι ταράχτηκαν. Ἔνιωσαν πώς θά ἔχαναν τή σχέσι τήν ὁποία εἶχαν μαζί του, δέν θά τούς δίδασκε ἄλλο. Ὅμως, ὁ Χριστός ὑποσχέθηκε νά στείλη τό Ἅγ. Πνεῦμα γιά νά ἔχη σχέσι μαζί μας καί νά μᾶς ὁδηγῆ. Δέν εἴμαστε μόνοι. Ἔχουμε τό Ἅγ. Πνεῦμα πού μᾶς ὁδηγεῖ πάντοτε».
<>
«Κανείς δέν μπορεῖ νά δικαιολογηθῆ λέγοντας ὅτι εἶμαι πτωχός καί δέν ἔχω ἀπό ποῦ νά ἐλεήσω. Κι ἄν ὑποτεθῆ ὅτι δέν μπορεῖς νά δώσης ὅπως οἱ πλούσιοι, δῶσε δύο λεπτά καί ὁ Θεός τά δέχεται ἀπό σένα, παραπάνω ἀπ᾽ τά δῶρα ἐκείνων. Ἀλλά οὔτε αὐτά ἔχεις; Εἶσαι, ὅμως, δυνατός καί μπορεῖς μέ κάποια ὑπηρεσία νά ἐλεήσης τόν ἀσθενῆ. Δέν μπορεῖς οὔτε αὐτό; Μπορεῖς μέ τά λόγια σου νά παρηγορήσης τόν ἀδελφό σου. Κάνε μιά ὑπόθεσι. Οὔτε μέ τά λόγια μπορεῖς νά ἐλεήσης; Μπορεῖς, ὅμως, ἄν θυμώση ἔντονα ὁ ἀδελφός σου ἐναντίον σου, νά τόν ἐλεήσης καί νά τόν συγκρατήσης τήν ὥρα τῆς ταραχῆς του, βλέποντάς τον νά ἐπηρεάζεται ἀπ᾽ τόν κοινό μας ἐχθρό (τό διάβολο). Ἀντί νά τοῦ πῆς ἕνα λόγο πού θά τόν τάραζε περισσότερο, νά σιωπήσης καί ἔτσι νά ἐλεήσης τήν ψυχή του. Καί ἔτσι ἀφοῦ δέν ἔχεις ἀπό ποῦ νά ἐλεήσης τό σῶμα, ἐλεεῖς τήν ψυχή του. Καί ποιό ἔλεος εἶναι τόσο μεγάλο, ὅσο τό ἔλεος πού ἀφορᾶ στήν ψυχή; Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ψυχή εἶναι περισσότερο πολύτιμη ἀπ᾽ τό σῶμα, ἔτσι κάι τό ἔλεος πού γίνεται στήν ψυχή εἶναι μεγάλυτερο ἀπό αὐτό τό ὁποῖο γίνεται στό σῶμα. Ὥστε κανείς δέν μπορεῖ νά δικαιολογηθῆ ὅτι δέν μπορῶ νά ἐλεήσω. Ὁ καθένας μπορεῖ ἀνάλογα μέ τή δύναμί του, ἀρκεῖ μόνο νά ἐλέγξη ποιό ἀγαθό μπορεῖ νά πράξη καί νά τό κάνη μέ ἐπίγνωσι. Νά ἐλεῆ καί νά φιλοξενῆ καί νά τά πράτη μόνος του, ὥστε μ᾽ αὐτή του τήν ἐργασία νά ἐξαγιάζεται ὁλοκληρωτικά. Ἐπομένως, ὅταν δώσης κάτι στούς πένητες μήν ἀπαξιώσεις νά τό δώσης μόνος σου. Διότι δέν τό δίνης στόν πένητα, ἀλλά στό Χριστό. Ποιός μπορεῖ νά εἶναι τόσο ἄθλιος ὥστε νά ἀπαξιώνη νά ἁπλώνη τό χέρι του στό Χριστό;
... Οἱ πένητες εἶναι γιατροί τῶν δικῶν μας τραυμάτων. Δέν θεραπεύει τόσο ὁ γιατρός τά τραύματα ἁπλώνοντας τό χέρι του γιά χορήγησι φαρμάκων, ὅσο ὁ πένης πού τό χέρι του ἁπλώνη καί παίρνει ἀπ᾽ τά δικά μας. Ἔτσι κλαδεύει τίς παλαιές μας ἁμαρτίες. Ἑπομένως περισσότερα λαμβάνεις ἀπό ὅσα δίνεις. Μᾶλλον σέ εὐεργετεῖ παρά τόν εὐεργετεῖς. Αὐξάνεις τόν πλοῦτο σου, δέν τόν λιγοστεύεις. Στό Θεό δανείζεις, ὄχι στούς ἀνθρώπους. Στόν οὐρανό σπέρνεις, ὄχι στή γῆ. Ἐκεῖ ὅπου οὔτε παγωνιά, οὔτε χειμώνας, οὔτε τίποτε ἄλλο μπορεῖ νά καταστρέψη αὐτό πού σπέρνεται.
... Ἑπομένως ἕως ὅτου εἴμαστε κύριοι αὐτῶν τῶν ὁποίων νομίζουμε ὅτι εἶναι γιά μας ἄς τά ἀποστείλουμε πρῶτα ἐκεῖ πού καί ἐμεῖς μετά ἀπό λίγο θά ἐπανέλθουμε. Ἕως ὅτου μποροῦμε νά ἀγοράσουμε λάδι καί ἐφ᾽ ὅσον ὑπάρχουν οἱ πωλοῦντες ἄς τό καταθέσουμε. Ὑπάρχουν οἱ πεινῶντες, οἱ διψῶντες, οἱ ξένοι, οἱ γυμνοί, οἱ ἄρρωστοι, οἱ φυλακισμένοι. Ἄλλους θρέψε, ἄλλους πότισε, ἄλλους φιλοξένησε, ἄλλους ντύσε, ἄλλους ἐπίσκεψαι, ἄλλους παρηγόρησε, ὅλους ὅσους μπορεῖς μέ κάθε τρόπο ὑπηρέτησε. Καί ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά μή νομίζης ὅτι ἔκανες καί μεγάλο κατόρθωμα.
... Καί γιά ποιό πράγμα ὑψηλοφρονεῖς; Ἐπειδή εἶσαι πλούσιος καί δίνεις κάτι και στούς πένητες; Καί ἄν μέν τά μάζεψες ἀπό ἀδικίες γιατί κενοδοξεῖς ἀφοῦ σκορπίζης χρήματα πού δέν σοῦ ἀνῆκουν; Ἄν τα ἀπέκτησες μέ τόν ἰδρώτα σου καί μέ τούς κόπους σου, ἄς εὐχαριστῆς Ἐκεῖνον πού σοῦ ἔδωσε τή δύναμι νά τά ἀποκτήσης. Νά δοξάζης Αὐτόν πού σέ ὁδηγῆ. Κατανόησε ποιός εἶσαι καί Ποιοῦ εἶναι αὐτά τά ὁποῖα δίνεις; Ἐξ ἄλλου δέν ἀρκεῖ νά δίνη κανείς ἐλεημοσύνη ἁπλῶς καί μόνο γιά νά τή δεχθῆ ὁ αλλος. Ὅταν τή δίνη κανείς μέ ἀποστροφή ἤ ἐξ ἀνάγκης, ὅταν προέρχεται ἀπό ἀδικίες, ὅταν ἀποβλέπη σέ κενοδοξία, φεύγει ὁ καρπός, ὅπως συμβαίνει καί μέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμις τῆς ἐλεημοσύνης, ἀλλά ὅ,τι δίνεται μέ ἐπίγνωσι. Λέει ὁ Δαυΐδ: “Μακάριος ὁ συνιών ἐπί πτωχόν καί πένητα”. Καί ποιός εἶναι ὁ “συνιών”; Αὐτός πού καταλαβαίνει τί εἶναι ὁ πένης. Αὐτός πού προσπαθῆ νά μάθη ποιά εἶναι ἡ θλίψι του. Διότι αὐτός πού ἀντιλαμβάνεται τή θλίψι τοῦ πένητος θά τόν ἐλεήση ἀμέσως καί δέν θά τόν ἀντιπαρέλθη. Διότι ἀμέσως κατανοεῖ πῶς θά ἦταν ἄν ἦταν αὐτός στή θέσι τοῦ πτωχοῦ πού τόν πλησιάζει. Καί θά ἤθελε νά συμπεριφερθῆ σέ ὅλους τό ἴδιο, ὅπως θα´ἤθελε νά κάνουν καί γι᾽ αὐτόν. Ἀναλογιζόμενος αὐτό θά προσπαθῆ νά προσφέρη στόν ἄλλο σάν νά ἐπρόκειτο γιά τόν ἑαυτό του. Ἀλλά γιά νά μήν ἐνοχλῶ τίς ἀκοές σας ἐπιμηκύνοντας τήν ὁμιλία μου, ἀκοῦστε τώρα τό τέλος αὐτοῦ τοῦ λόγου.
Μάθετε ἀπ᾽ τά ἴδια τά πράγματα ὅτι χωρίς ἀγάπη κανείς δέν πέτυχε τή σωτηρία του. Τό νά ὑπάρχη, ὅμως, ἀγάπη χωρίς τήν ἐλεημοσύνη, αὐτό εἶναι ἀδύνατον. Ἄς ἀποκτήσουμε ὅσο ζοῦμε καί τίς δύο, ὥστε νά ἐλεηθοῦμε ἀπ᾽ τό Χριστό, στόν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Γένοιτο»(ΑΔ, 323).
<>
«Τήν ἴδια μέρα. Εἶχε πιά νυχτώσει γιά κάλά, ὅταν στό σπίτι τό ὁποῖο ἔμενε ὁ π. Βασίλειος ὁ Πνευματικός, κάποια σκιά φάνηκε νά πλησιάζη πρός τήν πόρτα.
—Τάκ, τάκ!
—Ποιός νά εἶναι τέτοια ὥρα;
Ἄνοιξαν. Ἦταν ὁ Μιχάλαρος!
—Ἐδῶ μένει ὁ Πνευματικός;
—Ἐδῶ.
—Πέστε του, τόν θέλει ὁ Μιχάλαρος.
—Πέρασε μέσα, παιδί μου, Καλῶς ἦρθες, ἀκούστηκε ἀπ᾽ τό βάθος ἡ φωνή τοῦ Γέροντα.
Ὁ Μιχάλαρος εἶχε ἔρθει νά ἐξομολογηθῆ! Δύο ὧρες ἔμεινε μαζί μέ τόν ἅγιο Πνευματικό. Τί εἶπαν; Μόνο αὐτοί κι ὁ Θεός τό ξέρουν. Μά ὄταν ἔφευγε, ἦταν πιά κάτι καινούργιο. Δέν ἦταν ὁ παλαιός Μιχάλαρος.
—Παππούλη, δῶσε μου τήν εὐχή σου. Ἔχεις τό λόγο μου, θά γίνω ἄλλος ἄνθρωπος.
Τράβηξε ἴσια στό σπίτι του. Ξύπνησε τή γυναῖκα του, τά παιδιά του.
—Γυναῖκα, φέρε τήν καραμπίνα μου!
Τρόμαξε ἡ Χριστιανή καί δέν κινήθηκε ἀπ᾽ τή θέσι της. Τί καινούργιο κακό θά γινόταν;
—Φέρε τήν καραμπίνα, σοῦ λέω, καί μή φοβᾶσαι. Ὁ ἄντρας σου δέν εἶναι πιά ὅπως τόν ἤξερες.
Τήν ἔφερε. Αὐτός τήν πῆρε, τήν ἀκούμπησε στόν τοῖχο λοξά. Σήκωσε τό πόδι του, τῆς ἔδωσε μιά μέ τό χοντροπαπούτσι του καί τήν ἔσπασε στά δύο.
—Φέρε καί τήν κάμα τώρα!
Ἔκανε τό ἴδιο. Ἔδωσε τά συντρίμματα στή γυναῖκα του καί ξανᾶπε:
—Ἄλλαξε πιά ὁ ἄντρας σου. Δέν εἶναι ὅπως τόν ξέρεις. Τόν πάτησα τό σατανᾶ! Καινούργιος ἄνθρωπος θά γίνω τώρα.
—Μεγάλος εἶσαι, Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα σου, ψιθύρισε μέ συγκίνησι ἡ καϋμένη, κι ἔκανε τό σταυρό της. Δόξα Σοι ὁ Θεός!
—Δόξα Σοι ὁ Θεός!, εἶπαν σάν ἠχώ καί τά τέσσερα μικρά, καί πλησίασαν γιά πρώτη φορά ἄφοβα τόν πατέρα τους...»(ΞΖ, 101).
<>
«Διηγοῦνται ὅτι ὁ ὅσιος Διονύσιος ὁ Γιατρᾶς, ὁ ἀσκητής τῆς Ζακύνθου, κάποτε περπατοῦσε μέσα στή βροχή γιά νά ἐπισκεφθῆ τόν ἀδελφό του. Ὅταν κτύπησε τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἡ νύφη του ἄργησε νά τοῦ ἀνοίξη καί ὅταν ἄνοιξε τήν πόρτα ἔκπληκτη τόν εἶδε νά εἶναι ἐντελῶς στεγνός, παρότι ἡ βροχή ἔπεφτε ραγδαία»(Μπούσια Χαραλάμπους, Διορατικοί Σύγχρονοι Ἀσκητές, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, Ἀθήνα 2018, 21).
<>
Στίς 28 Δεκεμβρίου 1879 ἕνας τυφώνας μαινόταν πάνω ἀπ᾽ τήν ἀνατολική ἀκτή τῆς Σκωτίας, μέ ἔντασι ἀνέμων 10 ὥς 11. Ἡ γέφυρα μήκους δύο μίλιων πάνω ἀπ᾽ τό στενό κόλπο τοῦ Tay θεωροῦνταν ἕνα τεχνικό ἀριστούργημα πού σίγουρα θά ἄντεχε κάθε εἴδους πίεσι.
Στίς 7:00 μ.μ. ἕνα τραῖνο πλησίαζε ἀπ᾽ τά νότια. Ἐπιβράδυνε, ὥστε ὁ μηχανοδηγός νά μπορέση νά παραλάβη τό εἰδικό μπαστούνι ἀπ᾽ τό φύλακα τῆς γέφυρας. Χωρίς αὐτό, ἡ διέλευσι ἀπ᾽ τή γέφυρα στή μονή γραμμή ἀπαγορευόταν. Στή συνέχεια τό τραῖνο ἀνέπτυξε καί πάλι ταχύτητα.
Ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας ἐντόπισε ξαφνικά σπίθες νά πετοῦν σάν κομήτης - μιά μακρυά λωρίδα φωτιᾶς πού ἐξαφανίστηκε στό νερό. Στή συνέχεια ἐπικράτησε σκοτάδι. Ὁλόκληρο τό κεντρικό τμῆμα τῆς γέφυρας, μέ τό τραῖνο καί τούς 75 ἐπιβάτες του, εἶχε καταρρεύσει καί βυθίστηκε στό νερό. Τά αἴτια τοῦ ἀτυχήματος διαπιστώθηκαν ἀργότερα: πολυάριθμα κατασκευαστικά σφάλματα, ἀμελής ἐπίβλεψι, κακό ὑλικό, ἀνεπαρκής συντήρησι καί ὑπερβολική ταχύτητα.
Θ᾽ ἀντέξη ἡ γέφυρα τῆς ζωῆς μας; Ἔχουμε ἀσφαλή θεμέλια γιά τό ταξίδι τῆς ζωῆς μας; Μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη κάθε καταιγίδα καί νά μᾶς φέρη μέ ἀσφάλεια στόν προορισμό - τόν οὐρανό;
Ἕνα πράγμα εἶναι βέβαιο: ὅλα τά ἀνθρώπινα ἔργα ὅταν πρόκηται γιά τό ζήτημα τῆς αἰώνιας σωτηρίας εἶναι ἄχρηστα. Δέν μποροῦμε νά ἐπαναπαυόμαστε σέ ὅ,τι ἔχουμε πετύχει. Οἱ προσπάθειές μας εἶναι ἄχρηστες. Πρέπει νά ἐναποθέσουμε τήν ἐμπιστοσύνη μας ἐξ ὁλοκλήρου στό Χριστό.
<>
«Ὁ Ἅγ. Διονύσιος ὁ Γιατρᾶς βρέθηκε στά βουνά τῆς Ζακύνθου, ὅπου ἔκανε ἐλεημοσύνες στούς φτωχούς. Ζητιάνευε ὁ ἴδιος ἀπ᾽ τούς πλούσιους καί τά μοίραζε στούς φτωχούς. Βρέθηκε στήν ἄκρη ἑνός χωριοῦ, στό σπίτι μιᾶς χήρας ἄρρωστης μέ μικρά παιδιά. Στό σακκούλι του δέν εἶχε τίποτε φαγώσιμο. Λέει τότε στή χήρα πού ἔκλαιγε, γιατί πεινοῦσαν τά παιδιά της, νά τοῦ φέρει μιά πέτρα. Τήν ἔβαλε στήν κατσαρόλα μέ νερό καί ἔβρασε ἡ πέτρα καί ἔγινε μιά ὡραία σοῦπα πού τήν ἤπιαν τά παιδιά καί χόρτασαν»(Μπούσια Χαραλάμπους, Διορατικοί Σύγχρονοι Ἀσκητές, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, Ἀθήνα 2018, 33).
<>
«Στά βουνά, στίς Μαριές, τόν πλησίασε τόν Ἅγ. Διονύσιο τό Γιατρά μιά φτωχή γυναῖκα καί τοῦ ζήτησε ψωμί γιά τά παιδιά της. Δέν εἶχε μαζί του τίποτε νά τῆς προσφέρη καί τῆς εἶπε:
—Πήγαινε καί φέρε μου ἕνα κεραμίδι.
Τό ἔβαλε στή θράκα, τό σταύρωσε καί τῆς λέει μετά ἀπό λίγο:
—Ξεσκέπασε τή θράκα.
Ἀμέσως πρόβαλε ἀντί γιά τό κεραμίδι ἕνα φουσκωτό, ζεστό, ἀχνιστό καρβέλι»(Μπούσια Χαραλάμπους, Διορατικοί Σύγχρονοι Ἀσκητές, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, Ἀθήνα 2018, 39).
«Ὁ ἐγγονός τοῦ Τοῦρκου ἰδιοκτήτη τοῦ χωραφιοῦ, κάτω ἀπ᾽ τό ὁποῖο βρισκόταν θαμμένο τό παλαιό Μοναστήρι, καί στό ὁποῖο κτίσθηκε τό νέο, ἐπιβλητικό καί μεγαλόπρεπο στή Χάρι τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, ἐρχόταν κατά καιρούς στό Μηλοχώρι, γιά νά δῆ τό μέρος πού γεννήθηκαν οἱ πρόγονοί του. Στίς τελευταῖες ἐπισκέψεις τοῦ Ἀρούμ, αὐτό ἦταν τό ὄνομα τοῦ Τούρκου, τό 1974, συνάντησε τόν τωρινό ἡγούμενο, Γέροντα Μάξιμο, καί τοῦ ἀνέφερε ὅτι στήν Κων/πολι ἕνας γνωστός του ἔπασχε ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια στά μάτια καί κόντευε νά τυφλωθῆ. Ἄν καί μουσουλμάνος ὁ Ἀρούμ τοῦ εἶπε, ὅτι ὅταν ἔρθη στήν Ἑλλάδα, θά τοῦ ἔπαιρνε ἕνα θαυματουργό φάρμακο, πού εἶχε τή δύναμι νά τόν θεραπεύση. Πράγματι πῆρε τό ἁγίασμα τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς ἀπ᾽ τό Μοναστήρι τῆς Ὁσίας Χρυσῆς τῆς Ἐορδαίας, μέ τό ὁποῖο πλύθηκε ὁ τυφλός Τοῦρκος, ὅπως ὁ γυιός τῆς Ὁσίας Χρυσῆς, ὁ Τρύφωνας, καί ἀποκαταστάθηκε πλήρως ἡ ὅρασί του»(MX, 68).
<>
«Ὁ τυφλός βοσκός ἀπ᾽ τό Μέτσοβο πού γνωρίζει ἀπό στήθους τά 27 Βιβλία τῆς Κ. Διαθήκης!
Στο βλαχόφωνο ὀρεινό χωριό Μηλιά Μετσόβου (ὑψόμετρο 1300μ.), τελευταῖο χωριό τοῦ νομοῦ Ἰωαννίνων πρός τά Γρεβενά, γεννήθηκε τό 1947 ὁ βοσκός Ἰωάννης Χασιώτης. Πρόκειται γιά ἕνα παγκόσμιο φαινόμενο ἐκμαθήσεως καί ἀπό στήθους ἀπαγγελίας ὁλόκληρης τῆς Κ. Διαθήκης, δηλαδή τῶν 27 Βιβλίων της.
Ἀπόφοιτος δημοτικοῦ σχολείου, ἀκολούθησε τό ἐπάγγελμα τοῦ πατέρα του, βόσκοντας τά πρόβατα στίς πλαγιές τῆς κεντρικῆς Πίνδου. Ἐκεῖ τόν πλησίασε κάποιος συγχωριανός του καί τοῦ δώρησε ἕνα προσευχητάρι γιά νά τό διαβάζη τίς ὧρες τῆς ἀναγκαστικῆς του μοναξιᾶς. Καθώς τό διάβαζε, εἶδε νά γίνεται λόγος γιά τήν Κ. Διαθήκη καί τοῦ γεννήθηκε ἡ ἐπιθυμία νά τήν ἀποκτήση. Πῆγε στά Τρίκαλα καί ἀγόρασε τήν Κ. Διαθήκη σέ μετάφρασι Παναγιώτη Τρεμπέλα. Ἐντωμεταξύ διέγνωσε κάποιο πρόβλημα στά μάτια του καί οἱ γιατροί τοῦ εἶπαν ὅτι σέ εἴκοσι χρόνια σταδιακά θά χάση τό φῶς του. Φοβούμενος ὅτι λόγῳ τοῦ προβλήματος δέν θά μποροῦσε νά διαβάση τήν Κ. Διαθήκη, ἐπιδόθηκε σέ μία μεγάλη προσπάθεια τῆς ἀπό στήθους ἐκμαθήσεώς της. Ἔτσι κατάφερε σέ τρία χρόνια νά μάθη ἀπό στήθους ὁλόκληρη τήν Κ. Διαθήκη. Σέ ἡλικία 25 ἐτῶν!, ὅπως μᾶς δήλωσε ὁ ἴδιος, τίς 14 Ἐπιστολές τοῦ Ἀπ. Παύλου, πού εἶναι δυσκολότερες ἀπ᾽ τίς Εὐαγγελικές περικοπές, τίς ἔμαθε σέ 8 μῆνες καί 10 ἡμέρες.
Εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακό τό φαινόμενο τοῦ Ἰωάννη Χασιώτη! Δέν γνωρίζει ἁπλῶς μηχανικά τήν Κ. Διαθήκη πού καί αὐτό εἶναι τρομερά δύσκολο, ἀλλά κριτικά. Γνωρίζει σέ ποιό κεφάλαιο καί σέ ποιό στίχο βρίσκεται ἕνα χωρίο τῆς Κ. Διαθήκης. Πῶς ἀρχίζει καί πώς τελειώνει ἕνα ὁποιοδήποτε ἀπ᾽ τά 27 Βιβλία της. Ποῦ ἀπαντᾶται τό τάδε ρῆμα. Τί χωρία μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε σέ ἐκείνους πού ἀμφισβητοῦν π.χ. τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τή θεότητα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἀμφισβητοῦν οἱ σύγχρονοι αἱρετικοί. Εἶναι ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν Χιλιαστῶν, ἀφοῦ παίζει κυριολεκτικά στά δάκτυλα τήν Κ. Διαθήκη ἄν καί ἀπόφοιτος μόνο τοῦ δημοτικοῦ, ἀπ᾽ τή μεγάλη τριβή μέ τό ἀρχαῖο κείμενο ἔμαθε καί ἀρχαῖα ἐλληνικά. Ἐντοπίζει ἀμέσως κάθε λεκτικό σφάλμα κατά τήν ἀνάγνωσι τοῦ Εὐαγγελικοῦ ἤ Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Πρόκειται γιά μία κινητή κονκορντάτσια τῆς Κ. Διαθήκης. Ἕνα computer πού βγάζει ὁποιαδήποτε πληροφορία γιά θέματα τῆς Κ. Διαθήκης. Ταξινομεῖ τίς ἱστορικές πληροφορίες τοῦ ἱεροῦ κειμένου καί τίς ἐξιστορεῖ κατά τρόπο ἐντυπωσιακό! Εἶναι συνειρμικός τύπος μέ πολύ ἰσχυρή μνήμη. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής τῆς Κ. Διαθήκης Στέργιος Σάκκος τόν ἐκτιμοῦσε ἀπεριόριστα καί πάντοτε τόν ἔπαιρνε στίς ὁμιλίες του γιά νά θαυμάζουν οἱ ἀκροατές του τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.
Σήμερα ὁ Ἰωάννης Χασιώτης εἶναι 74 ἐτῶν. Εἶναι συνταξιοῦχος τοῦ ΟΓΑ, παντρεμένος καί ἔχει τρία παιδιά, ἕνα γυιό καί δύο δίδυμες κόρες. Τούς χειμερινούς μῆνες διαμένει στά Γρεβενά καί τούς θερινούς στό χωριό του, τή Μηλιά Μετσόβου. Εἶναι ἕνας σεμνός καί ταπεινός ἄνθρωπος μέ Μυστηριακή ζωή καί βιωματική συμμετοχή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Σηκώνει μέ ὑπομονή τό βαρύ σταυρό τῆς σωματικῆς τυφλώσεως καί δοξάζει τό Θεό πού ἔχει ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς του. Εἶναι πανευτυχής πού ἔμαθε ἀπό στήθους τήν Κ. Διαθήκη καί τήν ἀπαγγέλει ὁλόκληρη τουλάχιστον μία φορά τήν ἑβδομάδα. Συνολικά ἔχει διαβάσει καί ἀπαγγείλει τήν Κ. Διαθήκη πάνω ἀπό 3.000 φορές. Ὅταν τόν προσκαλοῦν γιά διαλέξεις, ἐντυπωσιάζει μέ τόν πλοῦτο τῶν θεολογικῶν του γνώσεων καί τήν ἄριστη Βιβλική θεμελίωσι τῶν ὁμιλιῶν του. Εἶναι κρίμα πού ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία δέν στήριξε καί δέν ἀξιοποίησε τό ἐκπληκτικό αὐτό παγκόσμιο φαινόμενο. Ὁμιλίες του μπορεῖ νά βρῆ κανείς στό διαδίκτυο κάνοντας ἀναζήτησι στό “Ιωάννης Χασιώτης, Μηλιά Μετσόβου”.
Στήν περίπτωσί του ἐπαναλαμβάνονται τά ὅσα ὁ οὐρανοβάμων Ἀπ. Παῦλος γράφει στήν Α´ Κορ 1, 27: “Τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά, καί τά ἀγενῆ τοῦ κόσμου καί τά ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καί τά μή ὄντα, ἵνα τά ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ”».
K.
<>
«Ἀσχολοῦμαι μέ μιά διακονία στίς φυλακές ἀπ᾽ τό 2016. Μιά φορά, πήρα ἕνα γράμμα ἀπό μιά φυλακισμένη πού ἔλεγε: “Τό ὄτι ἑορτάσατε τά Χριστούγεννα μαζί μας ἦταν ἐκπληκτικό. Ἔνιωσα πώς εἶχα ἀξία”. Ἡ δεύτερη πρότασί της μέ ἄφησε ἄναυδη. Σκέφτηκα: Φυσικά καί ἔχεις ἀξία! Καί γιά μένα, μά κυρίως γιά τό Θεό. Αὐτό πού γιά μένα ἦταν προφανές, δέν ἦταν προφανές γιά ἐκείνη. Συνειδητοποίησα πώς πολύ συχνά ὁ κόσμος λέει καί δείχνει στίς γυναῖκες αὐτές πώς δέν ἔχουν καμμία ἀξία.
Πολλοί φυλακισμένοι νιώθουν ἀπόρριψι καί ἐγκατάλειψι. Ὅταν τό κατάλαβα αὐτό, συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό εἶναι νά λέω στούς ἄλλους ὅτι εἶναι σημαντικοί γιά τό Θεό καί γιά μένα. Μποροῦμε νά βοηθήσουμε τόν κόσμο νά γνωρίση τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τά λόγια καί τίς πράξεις μας. Ἀρκετές φορές, οἱ φυλακισμένες μοῦ εἶπαν ὅτι ἔκλαψαν διαβάζοντας σέ κάποιο σημείωμα πού τούς ἔστειλα ὅτι ἔχουν ἀξία. Μπορεῖ νά μήν μάθουμε ποτέ τί ἀποτέλεσμα ἔχουν τά λόγια μας γιά κάποιον ἄλλο, ἀλλά μιά καλή κουβέντα καί ἡ στήριξί μας μπορεῖ νά σημαίνουν πολλά γιά κάποιον».
K.
<>
Η δύναμη δίνεται με το μέτρο της πίστης. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο περισσότερη δύναμη δίνει ο Κύριος. Ξεκίνα από τα μικρά, με ότι μπορείς. Αν δεν μπορείς να νηστέψεις αυστηρά, όσο πιο γρήγορα μπορείς. Αν δεν μπορείς να προσευχηθείς για πολύ καιρό, προσευχήσου σύντομα, αλλά από καρδιάς
Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε πολύ, διαβάστε λίγο, αλλά προσεκτικά. Το κυριότερο είναι να μην απελπίζεσαι και να μην εγκαταλείπεις αυτό που ξεκίνησες. Κάντε ό,τι μπορείτε και ο Κύριος βλέποντας τις προσπάθειές σας, θα σας ενισχύσει. Εμπιστευτείτε Τον απόλυτα. Δώσε όλες σου τις έγνοιες σε Αυτόν, όλη σου τη ζωή
Πες, "Κύριε, όπως εσύ ξέρεις, κάντο. "Όχι το θέλημά μου, αλλά το δικό σου θα γίνει. Και τότε θα υπάρξει ειρήνη στην ψυχή.
- Άγιος Γαβριήλ ο διά Χριστόν Σαλός της Γεωργίας
https://apantaortodoxias.blogspot.com/2026/01/blog-post_38.html
<>
«Κάποτε ὁ γράφων [ὁ Ἀρχιμ. Ἀθηναγόρας Καραμαντζάνης] ἐπισκέφθηκε μία Μονή τῆς πατρίδος μας. Ἐκεῖ γνώρισε ἕνα μοναχό, ἀπ᾽ τούς εὐλαβεῖς τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος, ὅπως πληροφορήθηκε, προηγουμένως ἦταν Ἀγγλικανός ἱερέας, ἐφημέριος μέσα στό Λονδίνο. Αὐτός ἀφοῦ γνώρισε τήν Ὀρθοδοξία ἀπ᾽ τή μελέτη τῶν Πατέρων, τόσο γοητεύθηκε ἀπ᾽ τό κάλλος της, ὥστε ἐγκατέλειψε τήν Ἀγγλικανική Ἐκκλησία καί τήν ἐπίζηλη θέσι του στό Λονδίνο, καί προσῆλθε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, γενόμενος μάλιστα ἁπλός μοναχός. Ὁ γράφων ἐπεδίωξε νά ἔρθη σέ προσωπική ἐπαφή καί νά ἔχη ἕνα διάλογο μαζί του. Ὅταν τόν ρώτησε τί τόν ἔκανε νά γίνη Ὀρθόδοξος, ἐκεῖνος, καταφανῶς συγκινημένος μέ σοβαρότητα ἀπάντησε: “Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βρῆκα τό Ἅγ. Πνεῦμα”»(ΑΚ, 93).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
«Ἕνας εὐσεβής πατέρας εἶχε δώδεκα τέκνα. Πολλοί πατεράδες ἀφήνουν στόν κόσμο αὐτό περιουσίες, παλάτια, ἐπιχειρήσεις, χρήματα ἄφθονα. Αὐτός ὁ πατέρας θέλησε νά ἀφήση στά παιδιά του μία συμβουλή.
Ὅταν ἦταν στά πρόθυρα τοῦ μεγάλου καί αἰωνίου ταξιδιοῦ, ἐκείνου τοῦ ταξιδιοῦ πού δέν ἔχει ἐπιστροφή, κάλεσε καί τά δώδεκα του τέκνα καί τόν κύκλωσαν, γιά νά ἀκούσουν τήν τελευταία του συμβουλή.
Τούς εἶπε νά φέρουν μαζί τους ἀπό δύο βέργες.
Καί ὅταν τούς εἶδε ὅλους, τοῦ εἶπε:
—Θά πάρετε τήν πρώτη βέργα καί θά τήν σπάσετε.
Μέ εὐκολία τήν ἔσπασαν. Καί τοῦ εἶπε:
—Τώρα ἑνῶστε καί τίς δώδεκα βέργες καί προσπαθῆστε νά τίς σπάσετε.
Δέν μπόρεσαν. Καί τού εἶπε:
—Ἄν εἶστε χωρισμένοι, εὔκολα θά σᾶς διαλύση ὁ κακός κόσμος. Ἄν, ὅμως, εἶστε ἑνωμένοι, δέν θά μπορέση κανείς νά σᾶς κάνη κακό!»(ΑΠ, 226).
<>
«Κάποιος μοναχός σ᾽ ἕνα μοναστήρι ὑπέπεσε σ᾽ ἕνα σφάλμα καί μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ μοναχοί τῆς μονῆς νά τόν δικάσουν, ὁ ἡγούμενος καί οἱ ἄλλοι μοναχοί. Ἔλειπε, ὅμως, ἕνας μοναχός...
Καί εἶπε ὁ ἡγούμενος:
—Ποῦ εἶναι αὐτός ὁ μοναχός; Πρέπει νά εἶναι καί αὐτός παρών, γιά νά δώση τό “ναί” ἤ τό “ὄχι”.
Μετά ἀπό πολύ ὥρα, τόν εἶδαν νά ἀνεβαίνη ἀπ᾽ τήν ἀκρογιαλιά καί νά ἔχη ἕνα σακί στόν ὦμο του καί νά παίρνη ἀπ᾽ τό σακί μέσα ἄμμο καί νά τή βάζη στό χέρι του καί νά τή μετράη. Τήν ἄμμο!
Τοῦ λένε:
—Ποῦ πῆγες καί χάθηκες; Τί εἶναι αὐτό πού κάνεις τώρα μέ τό χέρι σου;
—Τί εἶναι τώρα αὐτό; Μέ καλέσατε τώρα νά δικάσω τόν ἀδελφό μου. Ἐδῶ τώρα προσπαθῶ νά δικάσω ἐγώ τόν ἑαυτό μου, γιατί ἔχω τόσες πολλές ἁμαρτίες, πού δέν μπορῶ νά πῶ τίποτε γιά τόν ἀδελφό μου. Μετρῶ τίς δικές μου ἁμαρτίες καί ἔπειτα νά πῶ μιά κουβέντα γιά τόν ἀδελφό μου...»(ΑΠ, 54).
<>
Ο Άγιος Γαβριήλ ο διά Χριστόν Σαλός (της Γεωργίας) μας δίδαξε:
— Πρώτα απ' όλα, ζητήστε τη Βασιλεία των Ουρανών!
«Και πώς ζητάει κανείς τη Βασιλεία των Ουρανών;» τον ρώτησαν.
Όταν τρως, να θυμάσαι τους πεινασμένους, τους υποφέροντες και τους διψασμένους. Προσευχήσου! Η προσευχή μπορεί να μετακινήσει βουνά.
https://apantaortodoxias.blogspot.com/2025/12/blog-post_985.html
<>
«Ἦταν 17 ἐτῶν ἡ Ἁγ. Νεομάρτυς Bosiljka (Βασιλική) τοῦ Pasjane Κοσόβου, ὅταν τήν πρόσεξε ἕνας Ἀλβανός μιά μέρα πού εἶχε πάει μέ τούς γονεῖς της στήν πόλι Gnjilane γιά τήν ἑορτή τοῦ Προφήτου Ἠλία. Τῆς ἔκανε πρότασι γάμου, μέ τήν προϋπόθεσι νά μεταστραφῆ στό Ἰσλάμ. Ἐκείνη ἀπέκρουε σθεναρά τίς προτάσεις του· τότε ὁ Ἀλβανός προσεβλήθη, τήν ἀπήγαγε καί τήν ὁδήγησε βιαίως στό σπίτι του, ὅπου προσπάθησε νά τήν καθυποτάξη διά τῆς πείνας. Ἐκείνη παρέμενε ἀκλόνητη. Ὁ Ἀλβανός τήν πῆγε σέ μιά Σερβίδα πού εἶχε ἀσπαστῆ τό Ἰσλάμ. Ἡ Bosiljka τῆς ἀπάντησε ὅτι δέν χρειαζόταν ἄλλη πίστι πέρα ἀπ᾽ τήν Ὀρθόδοξη καί ὅτι εἶχε ἤδη ἕνα σύζυγο. Ἡ γυναῖκα τήν ρωτοῦσε ποιός ἦταν αὐτός ὁ σύζυγος καί ἡ Bosiljka ἀπαντοῦσε: “Ὁ Χριστός. Μόνο σ᾽ Αὐτόν ἀνήκω! Καί δέν θά Τόν ἐγκαταλείψω ποτέ, οὔτε Αὐτόν οὔτε τήν ἁγία μου Πίστι”. Ἡ γυναῖκα τήν ἔστειλε πάλι σ᾽ αὐτόν πού τήν διεκδικοῦσε, ὁ ὁποῖος καία τήν ὑπέβαλε σέ πολλά βασανιστήρια. Τήν ἔβαλαν πάνω ἀπ᾽ τό τζάκι γιά νά τήν πνίξη ὁ καπνός, καί μετά τοποθέτησαν ἀναμμένα κάρβουνα πάνω στό σῶμα της. Ὅμως ἡ Ἁγία ἀπαντοῦσε: “Τό μόνο τό ὁποῖο μπορεῖτε νά κάνετε εἶναι νά σκοτώσετε τό σῶμα μου· ἀλλά θά παραμείνω Χριστιανή Ὀρθόδοξη. Θά μείνω ἁγνή γιά τό Χριστό μου, κι αὐτό δέν θά μπορέσετε νά μοῦ τό στερήσετε!”. Ὁ Ἀλβανός τήν ἔδεσε τότε πίσω ἀπό ἕνα ἄλογο καί τήν ἔσυρε ἔξω ἀπ᾽ τήν πόλι, ὅπου, μαζί μέ κάποιους συμπατριῶτες του, ἄρχισαν νά τήν τεμαχίζουν ἀργά-ἀργά. Τήν ὥρα τοῦ βασανισμοῦ, ἡ Ἁγία ἐπανελάμβανε: “Θεέ μου, δῶσε νά ἀντέξω μέχρι τέλους”. Τά τελευταῖα της λόγια ἦταν: “Τό μάρτυριό μου δέν εἶναι ὁ θάνατός μου, ἀλλά ἡ ἀρχή τῆς αἰώνιας ζωῆς μου!”»(ΝΣ, 91).
<>
«Σάν βλέπεις γύρω τήν πλάσι, τό φῶς καί τή ζωή,
πῶς λές πώς ὅλα ἔγιναν τυχαία μιά στιγμή;
Σέ κάθε ἄνθος, σέ κάθε ἄστρο ἡ δόξα Του μιλᾶ,
μονάχα ὁ τυφλός πιστεύει πώς ὁ Θεός δέν κυβερνᾶ»(Internet).
<>
«Ἦταν καί ἄλλη μοναχή, πού γειτόνευε μέ τήν μακαρία αὐτή Ὁσία Ταώρ, τήν ὁποία ἐγώ δέν εἶδα στό πρόσωπο. Ἀφοῦ κουρεύτηκε στό ἀσκητήριό της, δέν βγῆκε πλέον ἔξω καθόλου, στά ἑξήντα χρόνια πού ἔκανε στήν ἄσκησι. Ἀσκήτευε μέ τήν ἴδια τή Μητέρα της.
Ὅταν ἔφτασε ὁ καιρός, νά πάη στόν Κύριο, τῆς φανερώθηκε ὁ Μάρτυς Κόλλουθος, ὁ ὁποῖος εἶχε μαρτυρήσει σ᾽ ἐκεῖνα τά μέρη καί τῆς εἶπε:
—Σήμερα ἔχεις νά πᾶς στόν οὐράνιο Βασιλέα, νά δῆς ὅλους τούς Ἁγίους. Ἔλα, λοιπόν, νά προγευματίσης μαζί μας στόν τόπο τοῦ Μαρτυρίου μου...
Τότε σηκώνεται ἡ μακαρία κατά τόν Ὄρθρο καί ντύνεται. Ἔπειτα πῆρε ἕνα καλάθι, ὅπου ἔβαλε ψωμί, ἐλιές καί ὠμά λάχανα. Πηγαίνοντας στό Μαρτύριο προσευχήθηκε. Ἔπειτα, παραφύλαξε ὅλη τήν ἡμέρα, ὥσπου δέν ἔμεινε κανείς μέσα στόν τόπο τοῦ Μαρτυρίου καί τότε κάθησε καί μίλησε στό Μάρτυρα λέγοντας:
—Εὐλόγησε τά φαγητά αὐτά, Ἅγ. Κόλλουθε καί συνόδεψέ με μέ τίς προσευχές σου. Τότε γεύτηκε καί ἔκανε πάλι προσευχή. Μετά τήν προσευχή, κατά τό βασίλεμμα τοῦ ἡλίου, ἦρθε στήν κατοικία της. Καθώς ἔδωσε στή Μητέρα της ἕνα σύγγραμμα Κλήμεντος τοῦ Στρωμματέως, πού ἐξηγεῖ τόν Προφήτη Ἀμμώς, τῆς εἶπε νά τό δώση στόν ἐξορισμένο Ἐπίσκοπο καί νά τοῦ πῆ, νά εὔχεται γι᾽ αὐτή, ἐπειδή σήμερα φεύγει.
Αὐτά εἶπε ἡ μακαρία, καί χωρίς κανένα κόπο, ἐκείνη τή νύχτα, παρέδωσε τό Πνεῦμα στόν Κύριο»(ΚΔ, 245).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
«Ὁ Jules Mazarin (1602-1661), Γάλλος καρδινάλιος καί διπλωμάτης, ἦταν ὁ ὑπουργός πού κυβερνοῦσε τή Γαλλία γιά μεγάλο χρονικό διάστημα. Δημιούργησε μιά τεράστια περιουσία μέσῳ τῶν εἰσοδημάτων του ἀπό πολυάριθμα ἀξιώματα. Στό Παρίσι ἔκτισε τό δικό του παλάτι γιά νά φιλοξενήση τήν ἐκτεταμένη βιβλιοθήκη του καί πολλούς πολύτιμους πίνακες.
Λίγο πρίν ἀπ᾽ τό θάνατο τοῦ Mazarin, ὁ κόμης τῆς Brienne ἔγινε μάρτυρας τοῦ πῶς γιά ἄλλη μιά φορά εἶχε συρθῆ στήν πινακοθήκη του. Ξανά καί ξανά ψιθύριζε στόν ἑαυτό του: “Ὅλα αὐτά πρέπει νά τ᾽ ἀφήσω πίσω μου!”. Ἦταν ἤδη πολύ ἀδύναμος καί ἔπρεπε νά σταματάη μετά ἀπό κάθε βῆμα. Καί πάλι ἔλεγε: “Κι αὐτό! Τί προσπάθεια ἔκανα νά τό ἀποκτήσω! Πῶς θά μπορέσω νά τό ἀφήσω πίσω μου χωρίς νά τό μετανιώσω! Ἐκεῖ πού πηγαίνω δέν θά τό ξαναδῶ!”.
Εἴτε πρόκειται γιά πλοῦτο, εἴτε γιά σεβασμό, εἴτε γιά ἐξουσία —ὅ,τι σχετίζεται μ᾽ αὐτή τή γῆ πρέπει μιά μέρα νά μείνη πίσω. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς προέτρεψε τόσο ἐπιτακτικά: “Μή θησαυρίζετε εἰς ἑαυτούς θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σκώληξ καί σκωρία ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται διατρυπούσι καί κλέπτουσιν. Ἀλλά θησαυρίζετε εἰς ἑαυτούς θησαυρούς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σκώληξ οὔτε σκωρία ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται δέν διατρυποῦσιν οὔδέ κλέπτουσιν· ἐπειδή ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θέλει εἶσθαι καί ἡ καρδιά σας”(Μθ 6, 19-21).
Τό ἀποφασιστικό ἐρώτημα εἶναι: σέ τί εἶναι προσκολλημένη ἡ καρδιά μου; Ποῦ ἀποβλέπω σ᾽ αὐτή τή ζωή καί ποιός εἶναι ὁ στόχος μου; Εἶναι ἡ καρδιά μου προσκολλημένη στό Χριστό, ὁ Ὁποῖος θυσίασε τή ζωή Του γιά μένα; Μόνο τότε Αὐτός θά εἶναι ὁ “θησαυρός” μου μαζί μέ ὅλα ὅσα Του ἀνήκουν. Αὐτός ὁ θησαυρός εἶναι αἰώνια ἀσφαλής στόν οὐρανό».
<>
«Κάποτε οἱ Ἀλβανοί καιροφυλακτοῦσαν νά πετύχουν τόν ἔνθερμο ἱερέα Ἅγ. Γέροντα Ἰάκωβο Βαλοδῆμο τῆς Βίτσας Ζαγορίου, στό δρόμο πού ἑνώνει τό χωριό τῆς ἐφημερίας του μέ αὐτό τῆς γεννήσεώς του. Ὅταν τόν σταμάτησαν καί τόν ρώτησαν ἀπό ποῦ εἶναι, γιά νά βεβαιωθοῦν γιά τήν ταυτότητά του καί νά μή σκοτώσουν ἄδικα κάποιο ἄσχετο πρόσωπο, ἐκεῖνος χωρίς δεύτερη σκέψι τούς ἔδειξε το πατρικό του χωριό.
Οἱ Ἀλβανοί λόγῳ ἀμφιβολιῶν ἀφοῦ προσωπικά δέν τόν ἤξεραν, τόν ἄφησαν νά φύγη. Ὅταν ἀργότερα ρώτησαν στό χωριό τῆς ἐφημερίας του, καί τούς εἶπαν ἀπονήρευτοι οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐκεῖνος ἦταν πού συνάντησαν στό δρόμο, σκύλιασαν ἀπ᾽ τό κακό τους καί ἔνοπλοι καθώς ἦταν τράβηξαν γιά τό σπίτι του στό διπλανό χωριό.
Ἡ σύλληψι τοῦ Γέροντος Ἰακώβου καί ἡ ἐκτέλεσί του ἦταν βεβαία τότε, ἀφοῦ ὅταν ἐκεῖνος τούς ἀντελήφθηκε εἶχαν ἤδη πλησιάσει πολύ. Τό σπίτι δέν εἶχε κρυψώνες, ἀφοῦ οὔτε κἄν διέθετε ἔπιπλα. Μάλιστα οὔτε ταβάνι εἶχε οὔτε πάτωμα. Τά μαδέρια στή στέγη πού βαστοῦσαν τά κεραμίδια ἦταν γυμνά. Σέ αὐτά τόλμησε νά κρυφθῆ προσευχόμενος ὁ π. Ἰάκωβος...
Ἀγκάλιασε ἕνα μαδέρι ὁ Ἅγιος καί κουλουριάσθηκε σάν φίδι γύρω του. Ἡ μόνη του ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός μας, ὀ ὁποῖος καί τύφλωσε τούς Ἀλβανούς, πού δέν κοίταξαν ψηλά, ἀλλά μή βρίσκοντας τίποτε κάθησαν σέ μιά κασέλα καί ἔσπαγαν καρύδια, τά μόνα τά ὁποῖα βρῆκαν στό σπίτι, καί ἔτρωγαν. Οὔτε πού κοίταξαν στό ταβάνι. Ἔτσι, σώθηκε ὁ μακάριος»(MX, 88).
<>
«Εἶχε ἐπιστρέψει ἀπ᾽ τό ἐξωτερικό μετά ἀπό πολυετῆ ἐπιτυχῆ ἀποδημία ἕνας χωριανός, πού μαζί μέ τά χρήματα ἔφερε στόν τόπο του καί τό μικρόβιο τοῦ πνευματισμοῦ. Ἐκεῖ στό ἐξωτερικό εἶχε παρασυρθῆ ὁ δύστυχος καί εἶχε ἐμπλακεῖ στά δίχτυα τοῦ πνευματισμοῦ. Ἐπέστρεψε στήν πατρίδα τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ Ἔθνους μας, ὄχι ὅμως μέ τήν εὐσέβεια ἐκείνων. Εἶχε ἐπιστρέψει ὡς Δούρειος τῶν πνευματιστῶν Ἵππος προβάλλοντας τά πλούτη του καί ἀπομακρύνοντας τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾽ τήν Ὀρθόδοξη ποίμνη. Ὁ Ἅγ. Γέροντας Ἰάκωβος Βαλοδῆμος τῆς Βίτσας Ζαγορίου βλέποντάς τον ὡς λύκο νά τοῦ κατασπαράζη τά πρόβατα προσπάθησε νά τόν νουθετήση πρῶτα κατ᾽ ἰδίαν καί ἔπειτα δημόσια. Δέν πέτυχε, ὅμως, τίποτε καί ὡς ἀντιμίσθιο ἔλαβε τήν ὑπεροπτική καί περιφρονητική στάσι του. Δέν τοῦ ἔμενε τίποτε ἄλλο, παρά νά παραιτηθῆ ἀπό κάθε του προσπάθεια ἐνθυμούμενος τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: “Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ”(Τιτ 3, 10). Σταμάτησε νά τόν νουθετῆ, ἐπέμενε, ὅμως, νά προσεύχεται γι᾽ αὐτόν, τόν ὁποῖο τόν εἶχε στήν ἀγκαλιά του ὁ πονηρός καί μισάνθρωπος διάβολος.
Ἕνα πρωϊνό ὁ πνευματιστής ξυπνώντας εἶδε μέ ἔκπληξι ὅλα τά ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ του πεταμένα στό δρόμο. Τό σπίτι του εἶχε ἐντελῶς ἀδειάσει. Μέ μεγάλο κόπο τά ἐπανέφερε στή θέσι τους, ἀλλά αὐτό τό συμβάν ἐπαναλαμβανόταν συνέχεια καί τά ἑπόμενα πρωϊνά. Δαιμονική ἐνέργεια! Στήν ἀμηχανία του οἱ συγχωριανοί του τοῦ πρότειναν νά ἐπισκεφθῆ τόν π. Ἰάκωβο, πού μόλις ἐκεῖνος τόν εἶδε, τοῦ εἶπε νά ἀλλάξη ἀφεντικό, ἀφοῦ αὐτός πού τόν ὑπηρετεῖ ἐργάζεται τή συμβορά καί τό κακό μας. Τόν συμβούλευσε, νά χαράξη μέ κιμωλία ἀπό ἕνα σταυρό σέ κάθε ἀντικείμενο, γιά νά μή μπορεῖ ὁ πονηρός νά τό μετακινῆ. Ὁ πνευματιστής δέχθηκε καί χάραξε σταυρούς στά εἴδη τοῦ νοικοκυριοῦ του. Ὄχι, ὅμως, σέ ὅλα. Τό ἄλλο πρωϊνό ὅσα ἀντικείμενα εἶχαν σταυρό παρέμειναν στίς θέσεις τους. Ὅσα δέν εἶχαν βρέθηκαν πάλι στό δρόμο. Τό Σταυρό τόν φοβᾶται ὁ πονηρός καί δέν τόν πλησιάζει, ἀφοῦ εἶναι “δαιμόνων τό τραῦμα” κατά τόν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας»(MX, 90).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
Ο Άγιος Γαβριήλ ο διά Χριστόν Σαλός της Γεωργίας επισκεπτόταν μια οικογένεια όταν έφτασε ένας νεαρός άνδρας. Κοιτάζοντάς τον, ο πατήρ Γαβριήλ είπε: «Παιδί μου, σε περιμένει ατυχία. Έλα σε μένα, θα σε ευλογήσω και θα αποτρέψω την ατυχία σου». Ο νεαρός άνδρας πλησίασε για την ευλογία. Μετά από λίγο, μια αδέσποτη σφαίρα τον γρατζούνισε ελαφρά, αλλά παρέμεινε αλώβητος.
https://apantaortodoxias.blogspot.com/2025/12/blog-post_910.html
<>
«Ἕνας πολύτεκνος μέ 12 παιδιά πῆρε ἕνα λεωφορεῖο καί ἤθελε ἕνα βοηθό. Καί λέει:
—Θέλω ἕνα ὁδηγό νά μέ βοηθήση.
Ἀμέσως παρουσιάστηκε ἕνας ἐνδιαφερόμενος.
Καί τοῦ λέει ὁ πολύτεκνος στό τηλέφωνο:
—Βλασφημεῖς; Ἄν βλασφημῆς, νά μήν ἔρθης!
Οὔτε φάνηκε! Προτίμησε νά χάση τή δουλειά, ἀλλά νά βλασφημῆ τό Θεό!
Δεύτερος τηλεφωνεῖ καί λέει στόν πολύτεκνο:
—Νά ἔρθω ἐγώ στό λεωφορεῖο σου;
—Ναί, νά ἔρθης, ἀλλά θέλω νά μή βλασφημῆς! Ἄν βλασφημῆς, νά μήν ἔρθης...
Ἀφανισμός καί αὐτός! Προτίμησε καί αὐτός νά βλασφημῆ τό Θεό, παρά νά πάη νά ἐργάζεται.
Τρίτος τηλεφωνεῖ... καί ὁ τρίτος τό ἴδιο!
Ἐν τέλει ὁ πολύτεκτος ἦρθε ἐδῶ στόν Ἅγ. Γεώργιο:
—Ἄς πάω στόν Ἅγ. Γεώργιο, ἴσως βρῶ ἕνα ἄνθρωπο γιά τό λεωφορεῖο.
Βρῆκε ἕνα ἄνθρωπο καί τοῦ λέει:
—Βλασφημεῖς, γιατί ἔχω εἰκόνες μέσα στό αὐτοκίνητο.
—Δέν πιστεύω νά ἔχης περισσότερες ἀπ᾽ τίς δικές μου!...»(ΑΠ, 198).
<>
«Κάποιος χωριάτης εἶχε μία ἀγελάδα καί μέ αὐτή τήν ἀγελάδα ἔτρεφε τό σπίτι του ὁλόκληρο. Καί μία μέρα πῆγε ὁ γαμπρός, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔρθει στό σπίτι του καί ζήτησε πολλά πράγματα γιά νά παντρευτῆ τήν κόρη του.
Καί τοῦ εἶπε ὁ χωριάτης:
—Καλά, παιδί μου, ἔχω καί ἄλλα κορίτσια νά παντρέψω. Ἄν σοῦ τά δώσω ὅλα, πῶς θά τίς παντρέψω ἐκεῖνες;
Ἐγώ θέλω νά μοῦ δώσης αὐτά καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα γιά τά ἄλλα ὅ,τι θέλεις κᾶνε...
Τοῦ ζητοῦσε τό ἕνα ὁ γαμπρός, τοῦ τό ἔδινε, τοῦ ζητοῦσε τό ἄλλο, τοῦ τό ἔδινε καί ἐν τέλει ἔφθασε σέ μία συμφωνία.
Καί ἔφθασε ἡ ὥρα κατά τήν ὁποία ἔπρεπε νά παντρευτῆ ἐπιτέλους αὐτή ἡ πτωχιά κόρη, μέ τόν δυστυχισμένο πατέρα, ὁ ὁποῖος τοῦ τά ἔβγαλε ὅλα ὁ γαμπρός.
Ὄταν ἔφθασε στήν ἐκκλησία, ἔξω ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία, σταμάτησε ὁ γαμπρός.
Καί λέει στόν πατέρα:
—Δέν μπαίνω μέσα, ἄν δέν μοῦ δώσης καί τήν ἀγελάδα!
—Παιδάκι μου, αὐτή ἔμεινε γιά τό σπίτι μου. Πῶς θά θρέψω τά ἄλλα μου παιδιά; Μέ αὐτό τό ζῶο θά θρέψω τά ἄλλα τά παιδιά μου καί θά τά ἀποκαταστήσω μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ...
—Δέν μπαίνω μέσα, ἄν δέν μοῦ δώση τήν ἀγελάδα...
Τότε ὁ πατέρας ἐκεῖνος στάθηκε γιά μιά στιγμή, σκέφθηκε —τόν φώτισε ὁ Θεός— καί τοῦ λέει:
—Καλά, παιδί μου, περίμενε...
Πῆγε στό σπίτι, πῆρε τήν ἀγελάδα καί ἦρθε στήν ἐκκλησία καί ἔπιασε τήν κόρη ἀπ᾽ τό χέρι καί ἄφησε τήν ἀγελάδα στό γαμπρό του καί τοῦ λέει:
—Πάρτην!
Αὐτό ἦταν καί τό μάθημα τό μεγάλο!»(ΑΠ, 215).
<>
π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν διάκονος στό Ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στό Βύρωνα, ἐρχόταν μία πάμφτωχη γυναῖκα, ἡ ὁποία περίμενε τό μυστήριο τοῦ γάμου νά τελειώση καί μᾶς ἔλεγε:
—Δῶσε μου τό ρύζι, νά ταΐσω τά παιδιά μου!
Καί μαζεύαμε τό ρύζι ἀπό χάμω τῆς ἐκκλησίας καί τῆς τό δίναμε καί ἐκείνη εὐχαριστοῦσε τό Θεό. Καί πήγαινε στό σπίτι νά τό καθαρίση, νά τό πλύνη, γιά νά μαγειρέψη στά παιδιά της νά φᾶνε...»(ΑΠ, 218).
<>
«Κάποτε σ᾽ ἕνα μοναστήρι ὑπῆρχε ἕνας μοναχός, ὁ ὁποῖος δέν ἐκτελοῦσε τά πνευματικά του καθήκοντα. Μόνο ἔτρωγε καί ἔπινε καί δέν τόν ἐνδιέφερε τίποτε. Πέρασε ὁ καιρός καί ἔφθασε ἡ ὥρα κατά τήν ὁποία θά ἔκλεινε τά μάτια του γιά νά φύγη ἀπ᾽ αὐτόν τόν κόσμο. Καί τήν ὥρα ἐκείνη πού χαροπάλευε, τόν πλησίασε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς καί τοῦ λέει:
—Σέ βλέπω νά ἔχης ἠρεμία ἐπάνω σου, ἐνῶ βρίσκεσαι στό φάσμα τοῦ θανάτου. Γιατί εἶσαι τόσο ἤρεμος; Τί συμβαίνει; Προσευχές δέν ἔκανες... Νηστεῖες δέν ἔκανες... Μελέτες δέν ἔκανες... Ἀγρυπνίες δέν ἔκανες... Τώρα πᾶς νά κριθῆς. Γιατί δέν ἀγωνιᾶς;
Κάι ἀπάντησε ὁ μοναχός:
—Ὅλα καί ἄν δέν τά ἔκανα, ἔκανα μόνο ἕνα. Δέν ἔκρινα ποτέ κανένα. Καί πιστεύω στό λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅτι καί ἐμένα δέν θά μέ κρίνει. Ὁ Ἴδιος τό εἶπε: “Μή κρίνετε γιά νά μή κριθῆτε...”.
Καί ἔκλεισε τά μάτια του»(ΑΠ, 242).
Από τα βιβλία "Ημερολόγια" του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ
https://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com
<>
π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Βρισκόμαστε ἀδελφοί μου, στόν Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ὁ ἄξονας, ἡ Ἰταλία καί ἡ Γερμανία συντρίβονται. Ἕνας ἀεροπόρος ἀπ᾽ τήν Ἀμερική, βομβάρδιζε τότε τήν Ἰταλία. Καί ἕνας ὅλμος χτύπησε τό ἀεροπλάνο του καί ἔπεσε τό ἀεροπλάνο καί ἐκεῖνος σώθηκε μέ τό ἀλεξίπτωτο. Ἔπεσε καί σώθηκε πληγωμένος.
Κανένας δέν τόν εἶδε, παρά μόνο ἕνα κοριτσάκι 8 ἐτῶν. Ἔτρεξε, τόν πῆρε ἀπ᾽ τό χέρι πληγωμένο καί τόν ὁδήγησε στούς εὐσεβεῖς γονεῖς της.
Ἐκεῖνοι τόν περιέθαλψαν καί τόν φύλαξαν.
Τελείωσε ὁ πόλεμος καί ὁ ἀεροπόρος ὑγιής ἐπέστρεψε στήν Ἀμερική.
Πέρασαν 11 ὁλόκληρα χρόνια. Ὕστερα ἀπό 11 χρόνια, ἐκεῖνος ὁ Ἀμερικανός ἀεροπόρος, δέν λησμόνησε τό καλό τό ὁποῖο τοῦ ἔκανε, ἐκεῖνο τό κοριτσάκι τῶν 8 ἐτῶν. Καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἦλθε ὁ θάνατός του, ἔγραψε ὁλόκληρη τήν περιουσία του τήν ὁποία εἶχε —πού ἀνήρχετο σέ 10 δίσεκατομμύρια δολλάρια— σέ ἐκεῖνο τό κοριτσάκι.
Ὕστερα ἀπό 11 χρόνια πληρώθηκαν οἱ πράξεις ἐκείνου τοῦ παιδιοῦ, τό ὁποῖο εἶχε εὐσεβεῖς γονεῖς»(ΑΠ, 251).
<>
π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Ἔχω τρία κρούσματα δαιμονισμένων παιδιῶν, πού ἦρθαν ἐδῶ στό Ναό τοῦ Ἁγ. Γεωργίου. Τά τρία αὐτά κρούσματα, μοῦ ἔδωσαν ἕνα φοβερό μάθημα! Τά τρία αὐτά νεαρά παιδιά, δαιμονισμένα, εἶχαν ἕνα ἐμπόδιο στή ζωή τους, μία δυσκολία. Καί αὐτή ἡ δυσκολία ἄρχισε νά μεγαλώνη καί νά μεγαλώνη. Καί μπῆκαν στή μέση οἱ συγγενεῖς, οἱ ἀδελφοί, οἱ γνωστοί καί νά λέγουν στόν πατέρα καί τή μάνα.
—Ἕνα λείπει στό παιδί σου καί δέν τό ἔχει... Νά τό πᾶς σέ γυναῖκες!
Ἔπιασαν τά παιδιά τους αὐτοί οἱ τρεῖς πατεράδες, μέ τή συγκατάθεσι καί τῆς μάνας καί τά πῆγαν στόν τόπο τῆς ἁμαρτίας (σέ πορνεῖο). Καί ἀπό ἐκείνη τή στιγμή, ἐνθρονίστηκε ὁ διάβολος στά παιδιά αὐτά, ὅπως κάθεται ὁ ἡγεμόνας ἐπάνω στό θρόνο.
Ἀφοῦ πέρασαν οἱ πρῶτες ἐκδηλώσεις, μετά ἦρθαν στήν Ἐκκλησία γιά νά βροῦν τή θεραπεία τους.
Καί τί ἐπέτρεψε ὁ Θεός;
Ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, νά τρῶνε οἱ πατεράδες τέτοιο ξύλο ἀπ᾽ αὐτούς τούς δαίμονες, πού θυμᾶμαι τήν πρώτη περίπτωσι:
Στεκόταν τό παιδί στήν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καί περίμενε τόν πατέρα του νά ἔρθη μέσα. Καί ὅπως στεκόταν στήν πόρτα τό παιδί καί περίμενε τόν πατέρα, σήκωνε τό χέρι του καί τοῦ ἔδινε μία στό σβέρκο καί ἔπεφτε κάτω ὁ πατέρας!
Τί νά κάνη τό παιδί;
Δαιμονισμένο ἦταν, δέν μποροῦσε νά κάνη...
Ἀλλά ἐγώ ἔβλεπα ἄλλα πράγματα. Ἔβλεπα, ὅτι ὁ Θεός τό ἐπέτρεπε:
—Ἐσύ πού μέ πῆγες ἐκεῖ, ἔλα νά πληρωθῆς τώρα»(ΑΠ, 267).
<>
Αγία Αντωνίνα της Μονής Τισμανά Ρουμανίας (+2011)
23 Δεκεμβρίου
Η μητέρα Αντωνίνα Διάκονου (7 Μαρτίου 1923 – 23 Δεκεμβρίου 2011) ήταν μια «τρελή για τον Χριστό» κάτοικος της Μονής Τισμάνα.
Σε ηλικία 26 ετών, μια όμορφη νεαρή γυναίκα, φορώντας ένα κόκκινο βελούδινο φόρεμα, εισήλθε στη μοναστική ζωή. Είχε μια ιδιαίτερα ευχάριστη φωνή και μια ξεχωριστή παρουσία. Αφού μπήκε στο μοναστήρι, της εμπιστεύτηκαν την υπακοή των χοίρων, μια ταπεινή υπηρεσία που εκπλήρωσε για σαράντα χρόνια, μερικές εκατοντάδες μέτρα από την κοινότητα.
Θέλοντας να παρακολουθήσει τις νυχτερινές λειτουργίες, συχνά συναντούσε τις κλειδωμένες πύλες του μοναστηριού. Αντιμέτωπη με αυτό το εμπόδιο, επέλεξε να μετατρέψει τον τόπο της ακρόασής της σε δικό της βωμό. Προσευχόταν στο δάσος, όπου την έβλεπαν να κάνει εκατοντάδες μετάνοιες. Μια μέρα, με χαρά αφηγήθηκε τη συνάντησή της στο δάσος με μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, με μανδύα και μπαστούνι - μια μυστηριώδη συνάντηση, την οποία αναγνώρισε ως όραμα της Μητέρας του Θεού.
Η Μητέρα Αντωνίνα είχε ιδιαίτερη αφοσίωση στη Μητέρα του Θεού και στον Άγιο Νικόδημο της Τισμανής. Η πνευματική της ζωή ήταν κρυμμένη κάτω από μια μορφή τρέλας για τον Χριστό, και μερικές μοναχές τη θεωρούσαν ασυνήθιστη. Συνήθιζε να μαζεύει φαγητό κάτω από το κρεβάτι της, το οποίο με την πάροδο του χρόνου χαλούσε και έβγαζε μια έντονη μυρωδιά, προς δυσαρέσκεια των γύρω της. Ωστόσο, παρά την εμφάνιση, η ψυχή της ήταν ριζωμένη στην προσευχή και την απλότητα.
Σε αντίθεση με άλλους, κατάφερνε να κοινωνεί πιο συχνά, παρά τα πολλά εμπόδια. Ομολόγησε ότι ένας ιεράρχης της συνέστησε να προσέρχεται στα Άγια Μυστήρια πιο συχνά και εκείνη, με μεγάλο θάρρος, εκπλήρωσε αυτή την προτροπή. Ο Θεός τη φώτιζε πάντα για το πώς να προχωρήσει, ώστε να μην μείνει χωρίς τη Θεία Ευχαριστία.
Κάποια στιγμή, κάποιοι γονείς από το Άγιο Όρος ήρθαν στη Ρουμανία για να αναζητήσουν βελτιωμένες ψυχές. Αν και αρχικά δεν είχε προσκληθεί να τους συναντήσει, τελικά τους έδωσε προσοχή. Αφού τη συνάντησαν, οι γονείς εντυπωσιάστηκαν βαθιά από την πνευματική της εμπειρία.
Η μητέρα δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στο μοναστήρι, αλλά ούτε και η ίδια επεδίωκε την αναγνώριση. Ζούσε με μεγάλη πνευματική ικανοποίηση και τα λόγια της, κάθε φορά, πραγματοποιούνταν. Αν και ήταν προορατικη με το πνεύμα, δεν εκμεταλλεύτηκε το χάρισμα που έλαβε, αλλά συνέχισε να ζει κρυφά.
Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο για τη δύναμη της προσευχής της διηγήθηκε τον χειμώνα, όταν ένα τεράστιο δέντρο έπεσε στην πλαγιά μπροστά από το μοναστήρι. Παρά το χιόνι και το μέγεθος του δέντρου, η μοναχή εθεάθη να τραβάει τον κορμό του, κάνοντας ασταμάτητα το σημείο του σταυρού. Τρεις μέρες αργότερα, το δέντρο είχε ήδη μεταφερθεί στην κοιλάδα από αυτήν και είχε χρησιμοποιηθεί για τη φωτιά με την οποία ετοίμαζε το φαγητό για τα γουρούνια. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς τα είχε καταφέρει, αλλά όλοι αναγνώριζαν ότι μόνο ο Θεός μπορούσε να είναι το στήριγμά της.
Αγιοποιήθηκε ως αγία από την Ιερά Σύνοδο της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη συνεδρίασή της την 1η Ιουλίου 2025, με τον τίτλο « Αγία Ευσεβής Αντωνίνα της Τισμανά » και η εορτή της είναι στις 23 Δεκεμβρίου.
https://apantaortodoxias.blogspot.com
<>
Αγία Αντωνίνα της Τισμανά Ρουμανίας (+2011), επίσημα ενταγμένη στο Ρουμανικό Ορθόδοξο ημερολόγιο
Η Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία έκανε ένα νέο βήμα προς την τιμή της ρουμανικής αγιότητας, εισάγοντας επίσημα αρκετούς αγίους και εορτές στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο, μετά τη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου που πραγματοποιήθηκε στις 29-30 Σεπτεμβρίου 2025. Μεταξύ αυτών που αναφέρονται είναι η Αγία Αντωνίνα της Τισμανά, μια εμβληματική μορφή του Ολτεϊκού μοναχισμού, η οποία αγιοποιήθηκε τον Ιούλιο του ίδιου έτους.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης εργασίας της Ιεράς Συνόδου της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Aula Magna «Teoctist the Patriarch» στο Πατριαρχικό Μέγαρο, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Πατέρα Δανιήλ, ελήφθη μια σειρά αποφάσεων με σημαντικό αντίκτυπο στην εκκλησιαστική ζωή. Μεταξύ αυτών είναι η έγκριση των εικόνων και των λειτουργικών κειμένων για την τιμή των 16 γυναικών που αγιοποιήθηκαν τον Ιούλιο του 2025 - συμπεριλαμβανομένης της Αγίας Αντωνίνας της Τισμανά, της οποίας η εορτή ορίστηκε στις 23 Δεκεμβρίου.
Η μοναχή Αντωνίνα Διάκονου (1923–2011) έζησε για περισσότερο από μισό αιώνα ασκητεύοντας στη Μονή Τισμανά, που ιδρύθηκε από τον Άγιο Νικόδημο, αποτελώντας μια σιωπηλή αλλά βαθιά παρουσία, ένα πρότυπο αφοσίωσης και καθαρότητας ψυχής. Μέσα από τη ζωή της αφιερωμένη στην υπηρεσία του Θεού, έγινε ορόσημο για ολόκληρη την κοινότητα και για αμέτρητους πιστούς που γνώριζαν την ταπεινότητα και την πνευματική της διάκριση. Η επίσημη ανακήρυξή της ως αγίας, με το όνομα Αγία Αντωνίνα της Τισμανά, εγκρίθηκε από την Ιερά Σύνοδο την 1η Ιουλίου 2025, και η συμπερίληψη στο συναξάρι, μαζί με την έγκριση της εικόνας και των ακολουθιών, έγινε τον Σεπτέμβριο, σηματοδοτώντας έτσι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αγιοποίησης.
Αυτή η αναγνώριση φέρνει μεγάλη χαρά στην κομητεία Γκόρι και σε ολόκληρη την περιοχή της Ολτενίας, αλλά ιδιαίτερα στην κοινότητα της Μονής Τισμανά, η οποία ήδη προετοιμάζεται να διοργανώσει την πρώτη εορτή προς τιμήν της αγίας, στις 23 Δεκεμβρίου. Οι πιστοί αναμένεται να συμμετάσχουν στις ακολουθίες που είναι αφιερωμένες σε αυτήν, να την τιμήσουν και να προσευχηθούν για τη μεσιτεία της ενώπιον του Θεού.
Επίσης, σε αυτή τη συνοδική συνεδρίαση, εισήχθησαν στο ημερολόγιο και άλλοι άγιοι, όπως ο Άγιος Διονύσιος Βατοπαίδης του Κόλτσιου (11 Μαΐου), ο Άγιος Πετρώνιος του Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου) και ο Άγιος Ιεράρχης Νικόλαος Βελιμίροβιτς (18 Μαρτίου). Εγκρίθηκαν επίσης δύο νέες γιορτές αφιερωμένες στη Μητέρα του Θεού – η Εικόνα της Μητέρας του Θεού της Κραϊόβα (30 Αυγούστου) και η Εικόνα της Μητέρας του Θεού της Μονής Ντίντρ-ουν Λέμν (21 Ιουλίου) – ενισχύοντας την αφοσίωση του ρουμανικού λαού στη Μητέρα του Θεού.
Η αγιοποίηση και η ένταξη στο επίσημο ημερολόγιο της Αγίας Αντωνίνας της Τισμανά αντιπροσωπεύει όχι μόνο αναγνώριση μιας υποδειγματικής ζωής, αλλά και ένα κάλεσμα για την εκ νέου ανακάλυψη της αγιότητας που καρποφορεί στη σιωπή, την προσευχή και την αυτοθυσία. Με αυτήν την απόφαση, η Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία όχι μόνο τιμά το παρελθόν, αλλά εμπνέει και το παρόν και το μέλλον της πίστης μας. Η Τισμανά γίνεται έτσι όχι μόνο ένας τόπος ιστορίας, αλλά και ένας τόπος προσκυνήματος, όπου η προσευχή ενός σύγχρονου αγίου γεφυρώνει τον ουρανό και τη γη.
Ιζαμπέλα Μόλναρ
https://apantaortodoxias.blogspot.com
<>
Η Αγία Αντωνίνα της Μονής Τισμανά (+2011) και ο Άγιος Γερόντιος της Μονής Τισμανά της Ρουμανίας (+2018)
Ήταν η νύχτα της Αναστάσεως. Στο προαύλιο της εκκλησίας υπήρχε ένα τετράγωνο καλοριφέρ, στο οποίο καθόντουσαν οι άνθρωποι όταν κουράζονταν. Η μητέρα Αντωνίνα κάθισε σε κάποιο σημείο στο καλοριφέρ, με ένα κερί στο χέρι της. Είχε τη συνήθεια να προσεύχεται με το «Χριστός ανέστη!». Έλεγε πολύ συχνά, περισσότερο ψιθυριστά: «Χριστός ανέστη! Χριστός ανέστη! Χριστός ανέστη!». Ο Γεροντιος ο δια Χριστόν σαλος κάθισε δίπλα της. Η μητέρα συνέχισε την προσευχή της: «Χριστός ανέστη!». Ο Γερόντιος της απάντησε: «Αληθώς ανέστη!». Η αγία τον κοίταξε και, πριν καν προλάβει να αρχίσει το «Χριστός...», τού απάντησε: «Αληθώς ανέστη!». Η μητέρα τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της και απομακρύνθηκε λίγο περισσότερο και συνέχισε την προσευχή της. Ο Γερόντιος την ακολούθησε. Κινήθηκε, και ο Σεβάσμιος κινήθηκε, ενώ ο ένας είπε «Χριστός ανέστη!» και ο άλλος «Αληθώς ανέστη!». Έφτασαν στον τοίχο, από όπου η μητέρα δεν είχε πουθενά αλλού να πάει. Είπε στον Σεβάσμιο να φύγει από εκεί και ξεκίνησαν από την αντίθετη κατεύθυνση, προχωρώντας σιγά σιγά πάνω στο καλοριφέρ, μέχρι που έφτασαν εκεί που είχαν ξεκινήσει, με την ίδια προσευχή.
Κάποτε, η Μητέρα Αντωνίνα ήταν στο πλυσταριό, ανάβοντας τη φωτιά στο λέβητα για να πλύνει ρούχα. Ο σεβάσμιος έκοβε ξύλα. Αυτή ήταν η δουλειά του όταν ήρθε στο μοναστήρι: έκοβε ξύλα όλη μέρα. Εκείνη την ημέρα, μου είχε δώσει να πλύνω ένα μάλλινο φανελένιο ύφασμα που ήταν πολύ βρώμικο στο στήθος. Το είχε λάβει από κάποιον. Η μητέρα πήγε να φέρει ξύλα. Ήρθε χαρούμενη με τα ξύλα στο χέρι της και μου είπε γελώντας: «Άκου, Γερόντιε, αυτός είναι ένας άγιος! Ένας μεγάλος άγιος!» Αυτό ήταν όλο που χρειάστηκε για τον σεβάσμιο, ο οποίος ένιωσε στο πνεύμα του όταν τον επαίνεσα. Όταν πήγε ξανά να φέρει ξύλα, σήκωσε το τσεκούρι του προς το μέρος του. Η μητέρα ήρθε και μου είπε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι τρελός! Ήθελε να με χτυπήσει στο κεφάλι με το τσεκούρι!» Αυτό ήταν για μια στιγμή.
Ο καθένας ένιωθε το πνευματικό μέτρο του άλλου. Ο σεβάσμιος μου είπε για τη Μητέρα Αντωνίνα ότι ήταν τρελή για τον Χριστό. Η Μητέρα Αντωνίνα, όταν τον έβλεπε, έβαζε το χέρι της στα μαλλιά του και τα ανακάτευε παιχνιδιάρικα, τραβώντας μάλιστα μερικές τούφες. Ο σεβάσμιος δεν ανταπέδωσε ποτέ. Υπήρχε ένα βίντεο με τους δυο τους στην κοιλάδα, κρατώντας ο ένας το μικρό δαχτυλάκι του άλλου και τραγουδώντας, κοιτάζοντας ψηλά και δείχνοντας με το άλλο χέρι: «Παράδεισο, γλυκέ μου κήπο!» Δυστυχώς, το βίντεο χάθηκε!
Υπήρχε ένα πνεύμα ανάμεσά τους που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ή να περιγράψουμε με λόγια.
https://apantaortodoxias.blogspot.com
<>
No comments:
Post a Comment