Λένε οι άθεοι
Εάν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο τότε ποιος δημιούργησε τον Θεό.
Είναι σαν να ρωτούν εάν ο Πικάσο ζωγράφισε έναν πίνακα τότε ποιος ζωγράφισε τον Πικάσο.
Η εάν αυτός ο Μάγειρας μαγείρεψε αυτές τις λιχουδιές τοτε ποιος μαγείρεψε τον μάγειρα
Το γεγονός ότι ένας ζωγράφος ζωγραφίζει δεν σημαίνει ότι κ ο ίδιος είναι ζωγραφισμένος. Κι
όταν ένας Μάγειρας φτιάχνει ένα φαΐ δεν σημαίνει ότι κ ο ίδιος είναι μαγειρεμένοςΤο ίδιο κ όταν ο θεός δημιουργεί δεν σημαίνει ότι κ ο ίδιος είναι δημιουργημενος...
Η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί να καταλάβει ότι η δημιουργία είναι ένα κατασκεύασμα του Θεού με αρχή κ τέλος κ ότι ο Θεός βρίσκετε εκτός αυτής».
<>
Αυτό το ποίημα εστιάζει στην ορφάνια που επιλέγει ο άνθρωπος όταν αρνείται τον Πατέρα, και στην αντίφαση του να θαυμάζει κανείς το δημιούργημα αλλά να περιφρονεί τον Δημιουργό:
Ο Εκούσιος Ορφανός
Κρατάς το ρόδο στα χέρια σου και λες «τι αρμονία»,
μα αρνείσαι πως το φύτεψε μια θεία ἐργασία...
Πώς γίνεται το τίποτα να γέννησε το κάτι;
Ποιος έβαλε τη λογική μες στο δικό σου μάτι;
Αν είσαι μόνο χημεία, παλμοί και ηλεκτρισμός,
γιατί σε καίει της ψυχής ο αιώνιος καημός;...
Δεν είν᾽ η πίστη φυλακή, ούτε παλιά ιστορία,
αὐτή καί μόν᾽ αὐτή δίνει σέ σέ ουσία.
Ἄν σβήσης τόν καλό Θεό, σβήνεις τον εαυτό σου,
γίνεσαι σάν περαστικός στο ίδιο το όνειρό σου.
Άνοιξε πόρτα της καρδιάς, άφησε φως να ἔμπη,
πριν γίνη η άρνηση σου ἀθέλητη σιωπή...
<>
Κρατάς στο χέρι σου φακό, το νου σου το μικρό,
και ψάχνεις γύρω σου πολύ «ἀπουσιάζοντα» Θεό.
Δεν λείπει ο Δημιουργός απ’ τη δική Του τη γιορτή,
εσύ είσαι που αρνήθηκες να δεις την Κυριακή.
<>
Αν είσαι μόνο σύνολο από ύλη και νερό,
γιατί το δάκρυ σέ πονά σαν βέλος κοφτερό;
Αν η συνείδηση είναι απλώς ηλεκτρικός παλμός,
γιατί σε κυνηγά της δικαιοσύνης ο καημός;
Σαν το πουλί που κελαηδά μες στο κλουβί κλειστό,
και ονειρεύεται αιθέρες και ουρανό ανοιχτό,
έτσι κι εσύ, στην άρνηση αν βρήκες φυλακή,
νιώθεις πως η αλήθεια σου δεν είναι μόνο εκεί.
Δεν σβήνει ο Ήλιος επειδή κλείνεις εσύ τα μάτια,
ούτε ο Θεός χάνεται σε σκόρπια μονοπάτια.
<>
Λες «ό,τι δεν πιάνω, δεν υπάρχει, είναι σκιές»,
μα η αλήθεια κρύβεται στις πιο βαθιές πτυχές.
Πώς εξηγείς το θάρρος που νικά τον φόβο,
ή την ελπίδα που ανθεί μες στον τάφο;
Είσαι ο ναυαγός που αρνείται ἀκρογιαλιά,
διότι δεν είδε τον φάρο με την πρώτη ματιά.
Ἡ σιωπή του σύμπαντος δεν είναι απουσία,
είναι ο Θεός που περιμένει με θυσία.
Είναι ο Λόγος που ακούγεται δίχως φωνή,
όταν η έπαρση του νου σου επιτέλους ταπεινωθεί.
<>
Ο Ήλιος και ο Βοριάς μάλωναν για το ποιος είναι ο πιο δυνατός. Είδαν έναν οδοιπόρο και συμφώνησαν: όποιος του έβγαζε το παλτό, θα ήταν ο νικητής.
Ο Βοριάς άρχισε να φυσάει με μανία, αλλά όσο πιο δυνατά φυσούσε, τόσο πιο σφιχτά τύλιγε ο άνθρωπος το παλτό γύρω του. Μετά ήρθε η σειρά του Ήλιου. Άρχισε να λάμπει με γλυκύτητα και ζεστασιά. Σε λίγα λεπτά, ο οδοιπόρος, νιώθοντας τη θαλπωρή, έβγαλε μόνος του το παλτό του.
Η ευγένεια και η καλοσύνη πετυχαίνουν πάντα εκεί που η βία και η πίεση αποτυγχάνουν.
<>
Ένας σοφός καθόταν δίπλα στο ποτάμι όταν είδε μια έχιδνα να πνίγεται. Άπλωσε το χέρι του να τη σώσει, αλλά εκείνη τον δάγκωσε. Εκείνος απέσυρε το χέρι του από τον πόνο, αλλά αμέσως ξαναπροσπάθησε. Ένας περαστικός του φώναξε: «Γιατί επιμένεις να σώζεις ένα πλάσμα που η φύση του είναι να σε πληγώνει;».
Ο σοφός απάντησε: «Η φύση της έχιδνας είναι να δαγκώνει. Η δική μου φύση όμως είναι να αγαπώ και να σώζω. Γιατί να αφήσω τη δική της κακία να αλλάξει τη δική μου καλοσύνη;».
Η δική μας στάση δεν πρέπει να εξαρτάται από τη συμπεριφορά των άλλων, αλλά από τις δικές μας αξίες.
<>
Ένα λιοντάρι έπιασε ένα μικρό ποντίκι και ετοιμαζόταν να το φάει. Το ποντικάκι τον παρακάλεσε: «Χάρισέ μου τη ζωή και κάποια μέρα θα σου το ανταποδώσω». Το λιοντάρι γέλασε με την ιδέα ότι ένα τόσο δα πλάσμα θα βοηθούσε τον βασιλιά του δάσους, αλλά από καλοσύνη το άφησε ελεύθερο.
Λίγο καιρό μετά, το λιοντάρι πιάστηκε στα δίχτυα των κυνηγών. Το ποντικάκι το άκουσε να βρυχάται, έτρεξε κοντά και με τα δόντια του έκοψε τα σχοινιά, ελευθερώνοντάς το.
Καμία πράξη καλοσύνης, όσο μικρή κι αν είναι, δεν πάει ποτέ χαμένη.
<>
Ένας αυτοκράτορας στην Κίνα, θέλοντας να βρει τον διάδοχό του, έδωσε σε όλα τα παιδιά του βασιλείου από έναν σπόρο λουλουδιού. «Όποιος μου φέρει το πιο όμορφο λουλούδι σε έναν χρόνο, θα γίνει ο επόμενος αυτοκράτορας», είπε.
Ένα αγόρι, ο Λιν, φρόντιζε τον σπόρο του κάθε μέρα, αλλά δεν φύτρωνε τίποτα. Πέρασε ο χρόνος και όλα τα παιδιά πήγαν στο παλάτι με υπέροχα, χρωματιστά λουλούδια. Ο Λιν πήγε με το γλαστράκι του άδειο, κλαίγοντας από ντροπή.
Ο αυτοκράτορας, αφού είδε όλα τα λουλούδια, ανακοίνωσε: «Ο Λιν είναι ο νέος αυτοκράτορας!». Όλοι απόρησαν. «Έδωσα σε όλους σας βρασμένους σπόρους που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φυτρώσουν. Μόνο ο Λιν είχε το θάρρος και την ειλικρίνεια να ΛΕΙΠΕΙ ΚΑΤΙ Η ειλικρίνεια αξίζει περισσότερο από κάθε εντυπωσιακό αποτέλεσμα που βασίζεται στο ψέμα.
<>
Ένας φτωχός ξυλοκόπος έχασε το τσεκούρι του μέσα στο ποτάμι και έκλαιγε. Τότε, εμφανίστηκε ένας άγγελος, βούτηξε στο νερό και έβγαλε ένα χρυσό τσεκούρι. «Είναι δικό σου;» ρώτησε. «Όχι», είπε ο ξυλοκόπος. Ο άγγελος έβγαλε ένα ασημένιο. «Ούτε αυτό», είπε ο άντρας. Την τρίτη φορά έβγαλε το παλιό, σιδερένιο τσεκούρι του. «Αυτό είναι το δικό μου!» φώναξε χαρούμενος.
Ο άγγελος, θαυμάζοντας την ειλικρίνειά του, του χάρισε και τα τρία.
Όταν είσαι ειλικρινής, ο Θεός και η ζωή σου ανταποδίδουν πολύ περισσότερα από όσα φοβάσαι ότι θα χάσεις λέγοντας την αλήθεια.
<>
Ένας νέος πήγε σε έναν γέροντα γεμάτος οργή. «Δεν μπορώ να τον συγχωρήσω γι' αυτό που μου έκανε! Θέλω να τον εκδικηθώ!» φώναζε. Ο γέροντας του έδωσε ένα ποτήρι με ένα θολό υγρό. «Πιες το εσύ», του είπε, «και θα δεις ότι ο εχθρός σου θα πεθάνει».
Ο νέος απόρησε: «Μα αν το πιω εγώ, εγώ θα πάθω κακό, όχι εκείνος!».
Ο γέροντας χαμογέλασε πικρά: «Ακριβώς. Το να κρατάς κακία για κάποιον είναι σαν να πίνεις εσύ δηλητήριο και να περιμένεις να πεθάνει ο άλλος».
Η συγχώρηση δεν δικαιώνει απαραίτητα τις πράξεις του άλλου, αλλά ελευθερώνει τη δική μας ψυχή από το τοξικό βάρος του μίσους.
<>
Ένας ασκητής προσευχόταν χρόνια και πίστευε ότι είχε φτάσει σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Μια νύχτα είδε έναν άγγελο να κρατά μια σκάλα που έφτανε στον ουρανό. Ο ασκητής άρχισε να ανεβαίνει με σιγουριά. Όσο ανέβαινε όμως, η σκάλα γινόταν πιο στενή και ολισθηρή.
Ξαφνικά, είδε έναν απλό χωρικό να τον προσπερνά με ευκολία. «Πώς τα καταφέρνεις;» ρώτησε ο ασκητής. «Δεν ξέρω», απάντησε ο χωρικός, «εγώ απλώς κοιτάζω τα σκαλιά και σκέφτομαι πόσο μικρός είμαι». Τη στιγμή εκείνη, ο ασκητής κατάλαβε ότι το βάρος του εγωισμού του τον έκανε να γλιστράει.
Η ταπείνωση μας κάνει "ελαφρούς" για να ανέβουμε ψηλά. Ο εγωισμός είναι το βάρος που μας κρατάει στη γη.
<>
Ένας πλούσιος φοιτητής έκανε περίπατο με έναν καθηγητή του. Είδαν στην άκρη του δρόμου τα παλιά, τρύπια παπούτσια ενός φτωχού εργάτη που δούλευε στο χωράφι.
«Ας του κρύψουμε τα παπούτσια να δούμε την αντίδρασή του!» είπε ο φοιτητής αστειευόμενος.
Ο καθηγητής απάντησε: «Αντί να τον λυπήσουμε, ας του δώσουμε χαρά. Βάλε ένα χρυσό νόμισμα μέσα σε κάθε παπούτσι και ας κρυφτούμε».
Όταν ο εργάτης πήγε να φορέσει τα παπούτσια του, βρήκε τα νομίσματα. Έπεσε στα γόνατα, δάκρυσε και ευχαρίστησε τον Θεό για το «δώρο» που θα έσωζε την άρρωστη γυναίκα του. Ο φοιτητής, κρυμμένος, δάκρυσε κι αυτός.
Η μεγαλύτερη απόλαυση δεν είναι να ξοδεύεις για τον εαυτό σου, αλλά να γίνεσαι το «χέρι» της Πρόνοιας για κάποιον άλλον.
<>
Σε ένα ορεινό χωριό, μια φτωχή χήρα έβρισκε κάθε πρωί έξω από την πόρτα της μια στοίβα κομμένα ξύλα για το τζάκι της. Ποτέ δεν έβλεπε κανέναν. Ρωτούσε τους γείτονες, αλλά όλοι αρνούνταν.
Πέρασαν χρόνια και η γυναίκα πέθανε πλήρης ημερών. Την επόμενη μέρα, τα ξύλα σταμάτησαν να εμφανίζονται. Τότε μόνο οι χωριανοί κατάλαβαν πως ο «παράξενος» του χωριού, που όλοι θεωρούσαν απόμακρο, ήταν εκείνος που ξυπνούσε κάθε νύχτα στις τρεις για να προσφέρει ζεστασιά στη γειτόνισσά του.
Οι πιο φωτεινές ψυχές συχνά κρύβονται πίσω από τη σιωπή και τη σεμνότητα.
<>
Ένα όμορφο, στολισμένο κερί στεκόταν στο μανουάλι και καμάρωνε για το σχήμα του. Όταν ο νεωκόρος πήγε να το ανάψει, το κερί τρόμαξε. «Αν ανάψω, θα λιώσω και θα χαθώ!» σκέφτηκε. Μια παλιά εικόνα δίπλα του του ψιθύρισε: «Αν δεν ανάψεις, θα μείνεις ένα απλό κομμάτι κρύο κερί. Μόνο αν καείς θα εκπληρώσεις τον προορισμό σου: να γίνεις φως μέσα στο σκοτάδι».
Η ζωή μας αποκτά νόημα μόνο όταν προσφέρεται και "αναλίσκεται" για την αγάπη των άλλων και του Θεού.
<>
Ένας φτωχός χωρικός είχε μόνο ένα καρβέλι ψωμί για την οικογένειά του. Ένας οδοιπόρος χτύπησε την πόρτα του ζητώντας φαγητό. Ο χωρικός έκοψε το μισό και του το έδωσε. Η γυναίκα του ανησύχησε: «Τώρα δεν θα χορτάσουν τα παιδιά μας». Όμως, καθώς έτρωγαν το υπόλοιπο μισό, ένιωσαν μια τέτοια γλυκύτητα και πληρότητα, που κανείς δεν πείνασε.
Στην πνευματική ζωή, η μαθηματική της αγάπης είναι διαφορετική: όσο αφαιρείς (δίνεις), τόσο προσθέτεις (ευλογία).
<>
Ένας ερημίτης δέχτηκε επίθεση από ληστές που του πήραν ό,τι ελάχιστο είχε στο κελί του. Καθώς εκείνοι έφευγαν τρέχοντας μέσα στη νύχτα, ο ερημίτης παρατήρησε ότι ξέχασαν το μοναδικό τους λυχνάρι. Άρχισε να τρέχει πίσω τους φωνάζοντας: «Αδελφοί μου, πάρτε και το φως! Θα πέσετε στον γκρεμό μέσα στο σκοτάδι!».
Οι ληστές σταμάτησαν εμβρόντητοι. Η αγάπη του ερημίτη τους "τύφλωσε" περισσότερο από το σκοτάδι. Επέστρεψαν τα κλεμμένα και ζήτησαν συγχώρηση.
Το κακό δεν νικιέται με κακό, όπως το σκοτάδι δεν διώχνεται με σκοτάδι. Μόνο το φως (η αγάπη) μπορεί να το διαλύσει.
<>
Ένας έμπορος πουλούσε ένα τόπι ύφασμα που είχε ένα μικρό σκίσιμο στην άκρη. Ο βοηθός του πρότεινε να το διπλώσουν έτσι ώστε να μην φαίνεται. Ο έμπορος αρνήθηκε: «Αν το κρύψω, θα κερδίσω μερικά κέρματα παραπάνω σήμερα, αλλά θα χάσω τον ύπνο μου απόψε και την εμπιστοσύνη του πελάτη μου αύριο».
Είπε την αλήθεια στον αγοραστή και εκείνος, εκτιμώντας την ειλικρίνεια, όχι μόνο αγόρασε το ύφασμα, αλλά έγινε ο πιο πιστός του πελάτης για πάντα.
Η αλήθεια είναι η καλύτερη διαφήμιση για κάθε άνθρωπο.
<>
Όταν φυτεύεις ένα κινεζικό μπαμπού, το ποτίζεις και το φροντίζεις για τέσσερα ολόκληρα χρόνια χωρίς να βλέπεις απολύτως τίποτα. Ούτε έναν μικρό βλαστό πάνω από το χώμα.
Τον πέμπτο χρόνο, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: Το μπαμπού μεγαλώνει 25 μέτρα μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες!
Μεγάλωσε το μπαμπού 25 μέτρα σε έξι εβδομάδες ή σε πέντε χρόνια;
Αν ο καλλιεργητής σταματούσε το πότισμα επειδή δεν έβλεπε αποτέλεσμα, το φυτό θα πέθαινε. Η ανάπτυξη γινόταν κάτω από το χώμα, χτίζοντας ένα τεράστιο σύστημα ριζών για να στηρίξει το ύψος που θα ερχόταν.
<>
Ένας μαθητής ρώτησε τον δάσκαλό του: «Γιατί πρέπει να μένω σε σιωπή για να βρω τον Θεό;». Ο δάσκαλος τον οδήγησε στις όχθες μιας λίμνης. «Τι βλέπεις μέσα στο νερό;» ρώτησε. «Τίποτα, το νερό ανακατεύεται από τον άνεμο», απάντησε ο νέος.
Μετά από λίγη ώρα, ο άνεμος σταμάτησε και η λίμνη έγινε σαν καθρέφτης. «Τώρα τι βλέπεις;». «Τώρα βλέπω τον ουρανό, τα δέντρα και το πρόσωπό μου», είπε ο μαθητής.
Όταν η γλώσσα και ο νους σωπαίνουν, η ψυχή γίνεται καθαρή λίμνη. Μόνο τότε μπορεί να καθρεφτίσει την εικόνα του Θεού και την αλήθεια του εαυτού μας.
<>
Γιατί ο ωκεανός είναι ο βασιλιάς όλων των ποταμών και των ρεμάτων; Τα ποτάμια τρέχουν προς αυτόν και του δίνουν το νερό τους, παρόλο που εκείνος μένει σιωπηλός.
Το μυστικό του ωκεανού είναι ένα: Βρίσκεται πιο χαμηλά από όλα τα ποτάμια. Επειδή τοποθετεί τον εαυτό του στη χαμηλότερη θέση, μπορεί να δέχεται τα νερά όλης της γης.
Αν θέλεις να δεχτείς την ευλογία και τη σοφία των άλλων, πρέπει να μάθεις να τοποθετείς τον εαυτό σου κάτω από αυτούς, χωρίς εγωισμό.
<>
Ένας άνθρωπος προσπαθούσε για χρόνια να σπρώξει τη βάρκα του στη θάλασσα, αλλά ήταν πολύ βαριά. Μια μέρα, σταμάτησε να σπρώχνει και άρχισε να αφαιρεί από μέσα όλα τα άχρηστα πράγματα που είχε μαζέψει: παλιά ρούχα, σκουριασμένα εργαλεία, βαριές πέτρες που κράταγε για ενθύμιο.
Μόλις η βάρκα άδειασε, ένα μικρό κύμα την ανασήκωσε και την έβγαλε στο πέλαγος με ευκολία.
Για να αλλάξει η ζωή σου και να "πλεύσει" μπροστά, πρέπει να αφήσεις πίσω τα βάρη που δεν σου χρειάζονται πια.
<>
Ένας άντρας την εποχή του "Πυρετού του Χρυσού" αγόρασε μια έκταση και άρχισε να σκάβει. Μετά από μήνες σκληρής δουλειάς, δεν βρήκε τίποτα. Απογοητευμένος, πούλησε τα εργαλεία του και τη γη σε έναν ρακοσυλλέκτη για λίγα δολάρια.
Ο ρακοσυλλέκτη κάλεσε έναν μηχανικό, ο οποίος του είπε ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν ήξερε από γεωλογία. Άρχισε να σκάβει στο ίδιο σημείο και βρήκε μια τεράστια φλέβα χρυσού μόλις τρεις πόντους πιο κάτω από εκεί που είχε σταματήσει ο πρώτος.
Πολλές φορές η επιτυχία παραμονεύει ακριβώς πίσω από τη γωνία της απογοήτευσης. Μην εγκαταλείπεις όταν είσαι "τρεις πόντους" μακριά.
<>
Ένας βασιλιάς, ηττημένος στη μάχη, κρύφτηκε σε μια σπηλιά για να σωθεί. Καθώς καθόταν απελπισμένος, είδε μια μικρή αράχνη να προσπαθεί να ανέβει στον τοίχο για να πλέξει τον ιστό της. Η αράχνη έπεσε μία, δύο, έξι φορές.
Στην έβδομη προσπάθεια, τα κατάφερε. Ο βασιλιάς πήρε θάρρος, συγκέντρωσε ξανά τον στρατό του και τελικά νίκησε.
Η αποτυχία είναι απλώς μια ευκαιρία να ξεκινήσεις ξανά, πιο σοφά.
<>
Ένας καπετάνιος ρωτήθηκε πώς κατάφερε να σώσει το πλοίο του από μια φοβερή τρικυμία ενώ όλα τα άλλα βυθίστηκαν. Εκείνος απάντησε: «Τα άλλα πλοία είχαν τις άγκυρες δεμένες στο κατάστρωμα. Εμείς ρίξαμε την άγκυρα στον βυθό. Δεν τη βλέπαμε, αλλά ξέραμε ότι κάπου κάτω από το νερό μας κρατούσε γερά».
Η ελπίδα είναι η πνευματική άγκυρα. Μπορεί να μην βλέπουμε τη λύση, αλλά η πίστη μας σε αυτήν μας κρατάει όρθιους στη φουρτούνα.
<>
Η κάμπια πίστευε ότι ο κόσμος τελείωνε όταν κλείστηκε στο κουκούλι της. Ένιωθε σκοτάδι, πίεση και μοναξιά. Δεν ήξερε όμως ότι αυτή η «καταστροφή» ήταν απαραίτητη για να μεταμορφωθεί. Όταν τελικά έσπασε το περίβλημα, δεν έρπονταν πια στη γη, αλλά πετούσε στον ουρανό.
Πολλές φορές, οι μεγαλύτερες αλλαγές στη ζωή μας ξεκινούν από τις πιο δύσκολες στιγμές μας.
<>
Σε μια γειτονιά ζούσε ένας γέροντας που κάθε μέρα άφηνε ένα κομμάτι ζεστό ψωμί στο περβάζι του για όποιον πεινούσε. Ένας κακότροπος γείτονας τον κορόιδευε: «Γιατί το κάνεις; Κανείς δεν θα σου το αναγνωρίσει».
Μια μέρα, ο γιος του γείτονα χάθηκε στο δάσος και επέστρεψε το βράδυ εξαντλημένος. «Πώς άντεξες;» τον ρώτησε ο πατέρας του. «Ένας άγνωστος μου έδωσε ένα κομμάτι ψωμί που βρήκε στο περβάζι τοῦ γείτονα», απάντησε το παιδί.
Η καλοσύνη που σκορπάς στον κόσμο συχνά επιστρέφει για να προστατεύσει εσένα ή τους αγαπημένους σου.
<>
Σε μια περίοδο πείνας, ένας αρτοποιός φώναξε τα δέκα πιο φτωχά παιδιά της πόλης και τους είπε: «Κάθε μέρα θα παίρνετε από ένα ψωμάκι». Τα παιδιά έσπρωχναν το ένα το άλλο για να πάρουν το μεγαλύτερο και έφευγαν χωρίς να πουν κουβέντα.
Μόνο η μικρή Μαρία περίμενε τελευταία, έπαιρνε το πιο μικρό ψωμάκι και φιλούσε το χέρι του αρτοποιού πριν φύγει. Μια μέρα, μέσα στο ψωμί της βρήκε ένα χρυσό νόμισμα. Όταν πήγε να το επιστρέψει, ο αρτοποιός της είπε: «Το έβαλα επίτηδες στο πιο μικρό ψωμί, ως δώρο για την ευγενική και ευγνώμονα καρδιά σου».
Η ευγνωμοσύνη κάνει το λίγο να φαίνεται πολύ και προσελκύει την ευλογία.
<>
Σε μια μακρινή χώρα, ένας άνθρωπος φυλακίστηκε άδικα για πολλά χρόνια. Ο δεσμοφύλακάς του ήταν σκληρός και τον βασάνιζε καθημερινά. Όταν επιτέλους ήρθε η ώρα της αποφυλάκισης, ο δεσμοφύλακας, γέρος πια και γεμάτος τύψεις, τον πλησίασε τρέμοντας: «Τώρα που φεύγεις, θα με εκδικηθείς;».
Ο πρώην κατάδικος τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Σε συγχωρώ. Αν σε μισούσα, θα έπαιρνα τη φυλακή μαζί μου. Τώρα φεύγω ελεύθερος, και αφήνω κι εσένα ελεύθερο από το βάρος της κακίας σου». Ο δεσμοφύλακας έκλαψε και από εκείνη τη μέρα έγινε ο πιο πράος άνθρωπος της πόλης.
Η συγχώρηση σπάει τις αλυσίδες του παρελθόντος και επιτρέπει στο μέλλον να ξεκινήσει από την αρχή.
<>
Σε ένα χωριό, δύο γείτονες είχαν μεγάλη έχθρα. Μια χρονιά, η σοδειά του ενός καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο άλλος, αντί να χαρεί για τη συμφορά του «εχθρού» του, πήγε κρυφά τη νύχτα και άφησε σακιά με σιτάρι στην αποθήκη του.
Όταν ο πρώτος το ανακάλυψε, ρώτησε: «Γιατί με βοήθησες ενώ με μισείς;». Εκείνος απάντησε: «Δεν σε βοήθησα γιατί είμαστε φίλοι, αλλά γιατί η πείνα των παιδιών σου δεν φταίει για τη δική μας έχθρα».
Η αγάπη προς τον εχθρό ξεκινά από τον σεβασμό στην κοινή μας ανθρώπινη ιδιότητα.
<>
Δύο ξυλοκόποι ξεκίνησαν να κόβουν δέντρα. Ο πρώτος δούλευε ασταμάτητα, χωρίς διάλειμμα, αλλά όσο περνούσε η ώρα, έκοβε όλο και λιγότερα. Ο δεύτερος σταματούσε κάθε μία ώρα για δέκα λεπτά. Στο τέλος της ημέρας, ο δεύτερος είχε κόψει τα διπλάσια δέντρα. «Πώς τα κατάφερες αφού σταματούσες συνέχεια;» ρώτησε ο πρώτος. «Όταν σταματούσα», απάντησε ο δεύτερος, «άκονιζα το πριόνι μου».
Η σκληρή δουλειά χωρίς αυτοφροντίδα και εκπαίδευση οδηγεί στη φθορά. Η παύση για "ακόνισμα" του μυαλού και του σώματος δεν είναι χάσιμο χρόνου.
<>
Ένας μοναχός παραπονιόταν ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα και δεν προλαβαίνει να κάνει όσα θέλει. Ο δάσκαλός του τον πήγε στον κήπο και του έδειξε ένα λουλούδι που άνθιζε μόνο για μία ημέρα.
«Κοίτα αυτό το λουλούδι», του είπε. «Δεν παραπονιέται που θα μαραθεί το βράδυ. Χρησιμοποιεί όλο του τον χρόνο για να μοσχοβολήσει και να στραφεί προς τον ήλιο. Δεν μετράει τις ώρες, αλλά την ομορφιά που προσφέρει».
Ο χρόνος δεν μετριέται με το ρολόι, αλλά με το πόσο "παρών" είσαι σε αυτό που κάνεις.
<>
Όλο το καλοκαίρι, ο τζίτζικας τραγουδούσε αμέριμνος, ενώ ο μύρμηγκας μάζευε με κόπο σπόρους. Όταν ήρθε ο χειμώνας, ο τζίτζικας πεινούσε. Πήγε στον μύρμηγκα και του είπε: «Δώσε μου λίγο φαγητό, η τύχη δεν με βοήθησε». Ο μύρμηγκας απάντησε: «Δεν ήταν η τύχη που γέμισε την αποθήκη μου, αλλά οι σταγόνες του ιδρώτα μου. Η εργασία είναι η προσευχή των χεριών».
Η τύχη ευνοεί εκείνους που έχουν προετοιμαστεί με κόπο. Η εργατικότητα είναι η εγγύηση για το αύριο.
<>
Ένας γεωργός, λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε τους γιους του και τους είπε: «Παιδιά μου, μέσα στο αμπέλι μας έχω κρύψει έναν μεγάλο θησαυρό». Μετά τον θάνατό του, οι γιοι άρχισαν να σκάβουν παντού με μανία για να βρουν τον χρυσό. Δεν βρήκαν τίποτα, αλλά το αμπέλι, επειδή σκάφτηκε τόσο καλά, έδωσε εκείνη τη χρονιά την πιο πλούσια σοδειά που είχε δει ποτέ το χωριό.
Ο πραγματικός θησαυρός δεν είναι κρυμμένος στο χώμα, αλλά στην ίδια την εργασία που καρποφορεί και μας τρέφει.
<>
Ένας βασιλιάς που είχε τα πάντα ένιωθε βαθιά μελαγχολία. Βγήκε στον δρόμο και συνάντησε έναν ζητιάνο που τραγουδούσε χαρούμενος. «Πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος χωρίς να έχεις τίποτα;» ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο ζητιάνος απάντησε: «Μεγαλειότατε, η ευτυχία μου δεν εξαρτάται από το τι έχω στο σακουλάκι μου, αλλά από το τι δεν έχω στην καρδιά μου. Δεν έχω φόβο για το αύριο, δεν έχω ζήλια για το σήμερα και δεν έχω κακία για το χθες».
Η ευτυχία είναι η απουσία των περιττών βαρών της ψυχής.
<>
Ένας μαρμαράς σκάλιζε ένα άγαλμα που θα τοποθετούνταν πολύ ψηλά σε έναν ναό, εκεί που κανείς δεν θα μπορούσε να δει την πίσω πλευρά του. Κάποια στιγμή έκανε ένα μικρό λάθος στο πίσω μέρος. Αντί να το αφήσει, κάθισε άλλες τρεις μέρες για να το διορθώσει.
«Γιατί κουράζεσαι;» τον ρώτησαν. «Ποιος θα το δει εκεί ψηλά;».
«Εγώ και ο Θεός θα το βλέπουμε», απάντησε εκείνος.
Τίμια εργασία σημαίνει να κάνεις το σωστό ακόμα κι όταν δεν σε βλέπει κανείς.
<>
Ένας νέος έτρεχε όλη μέρα σε ένα λιβάδι προσπαθώντας να πιάσει μια πεταλούδα, αλλά εκείνη πάντα του ξέφευγε. Κουρασμένος, κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ηρεμήσει. Τότε, η πεταλούδα ήρθε μόνη της και κάθισε απαλά στον ώμο του.
Η ευτυχία είναι σαν την πεταλούδα. Αν την κυνηγάς με αγωνία, φεύγει. Αν μείνεις ήσυχος και προσφέρεις γαλήνη, έρχεται και σε βρίσκει μόνη της.
<>
Ένας πλούσιος έμπορος, νιώθοντας το τέλος του να πλησιάζει, κάλεσε τους τρεις γιους του και τους έδωσε από μια στάμνη γεμάτη χρυσά νομίσματα.
Ο πρώτος, από φόβο μη τα χάσει, την έθαψε βαθιά στη γη.
Ο δεύτερος τα ξόδεψε όλα σε γλέντια και ακριβά ρούχα μέσα σε λίγους μήνες.
Ο τρίτος κράτησε όσα χρειαζόταν για να ζήσει με μέτρο, και τα υπόλοιπα τα επένδυσε σε ένα πηγάδι για το χωριό και σε σπόρους για τους φτωχούς γεωργούς.
Όταν μετά από καιρό συναντήθηκαν, ο πρώτος είχε χρυσάφι που δεν ωφελούσε κανέναν, ο δεύτερος δεν είχε τίποτα, ενώ ο τρίτος είχε ένα ολόκληρο χωριό να τον ευγνωμονεί και μια περιουσία που επέστρεφε σε αυτόν μέσα από την προκοπή του τόπου του.
Ο πλούτος που "λιμνάζει" χάνεται και ο πλούτος που σπαταλάται εξατμίζεται. Μόνο ο πλούτος που "κυκλοφορεί" για το καλό γίνεται αληθινός θησαυρός.
<>
Ένας πολεμιστής πήγε στον καλύτερο σιδηρουργό για να φτιάξει το σπαθί που είχε σπάσει στη μάχη με τον εχθρό του. «Δεν μπορώ να το κολλήσω αν δεν λιώσω το μέταλλο και δεν το πλάσω από την αρχή», είπε ο σιδηρουργός.
«Έτσι και η ζωή σου», συνέχισε. «Αν θέλεις να αλλάξει, πρέπει να αφήσεις την αγάπη να λιώσει τον παλιό, σκληρό σου εαυτό και να σε πλάσει σε έναν νέο άνθρωπο».
Η αλλαγή απαιτεί τη "φωτιά" της αγάπης για να μαλακώσει τον εγωισμό.
<>
Ένας άντρας κρατούσε κακία στον αδελφό του για μια κληρονομιά. Η ζωή του είχε γεμίσει πίκρα και η υγεία του είχε κλονιστεί. Ένας σοφός του είπε: «Η κακία σου είναι σαν ένα δέντρο που βγάζει μόνο σάπια φρούτα. Αν δεν το ξεριζώσεις, θα δηλητηριάσει όλο σου τον κήπο».
Μόλις ο άντρας αποφάσισε να αγκαλιάσει τον αδελφό του, ένιωσε το σώμα του να θεραπεύεται και τη χαρά να επιστρέφει στο σπίτι του.
Όταν αλλάζεις την καρδιά σου, αλλάζει η ποιότητα ολόκληρης της ζωής σου.
<>
Ένας μοναχός έλαβε ως δώρο ένα βάζο με εκλεκτό μέλι. «Είναι πολύ καλό για μένα», σκέφτηκε και το έστειλε κρυφά στο κελί ενός γέροντα μοναχού που ήταν άρρωστος. Ο γέροντας, με τη σειρά του, σκέφτηκε έναν νεότερο αδελφό που κοπίαζε πολύ και του το άφησε στην πόρτα του.
Το βάζο πέρασε από δέκα κελιά, με τον καθένα να το προσφέρει κρυφά στον άλλον που θεωρούσε ότι το είχε μεγαλύτερη ανάγκη. Στο τέλος της ημέρας, το μέλι επέστρεψε στον πρώτο μοναχό.
Η αγάπη είναι ένας κύκλος. Όταν δίνεις χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα, η ευλογία επιστρέφει πάντα σε εσένα.
<>
Ένας γέρος ζωγράφος ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι απέναντι από μια άρρωστη κοπέλα. Η κοπέλα κοίταζε από το παράθυρο ένα αναρριχητικό φυτό και έλεγε: «Όταν πέσει και το τελευταίο φύλλο, θα φύγω κι εγώ».
Ήρθε μια τρομερή καταιγίδα και το επόμενο πρωί, ένα μόνο φύλλο έμενε ακόμα πάνω στο κλαδί, πεισματικά πράσινο. Η κοπέλα, βλέποντας τη δύναμη του φύλλου, πήρε θάρρος και άρχισε να αναρρώνει.
Αργότερα έμαθε ότι το φύλλο δεν ήταν αληθινό: ο γέρος ζωγράφος είχε βγει μέσα στη θύελλα και είχε ζωγραφίσει ένα φύλλο στον τοίχο για να της δώσει ελπίδα.
Η ελπίδα μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο στη ζωή όταν όλα τα άλλα καταρρέουν.
<>
Σε ένα παλιό μοναστήρι, ένας μοναχός αρνιόταν να μιλήσει σε έναν άλλον για χρόνια λόγω μιας παλιάς παρεξήγησης. Όταν ο πρώτος αρρώστησε βαριά, ο ηγούμενος τον επισκέφτηκε και του είπε: «Αδελφέ, ετοιμάζεσαι να πας στον Παράδεισο. Αλλά πώς θα μπεις μέσα, αφού κρατάς το κλειδί της πόρτας ενός άλλου ανθρώπου σφιχτά στην καρδιά σου;».
Ο μοναχός κατάλαβε. Κάλεσε τον αδελφό του, ζήτησε συγγνώμη και ένιωσε μια πρωτόγνωρη ελαφράδα.
Όταν συγχωρείς κάποιον, ανακαλύπτεις ότι ο αιχμάλωτος που απελευθέρωσες ήσουν εσύ.
<>
Ένας πατέρας περπατούσε με τον γιο του σε ένα χωράφι με σιτάρι. Ο μικρός παρατήρησε κάτι περίεργο: «Πατέρα, κοίτα! Κάποια στάχυα στέκονται ίσια και ψηλά, σαν να είναι περήφανα, ενώ άλλα γέρνουν το κεφάλι τους προς τη γη. Σίγουρα τα ψηλά είναι τα καλύτερα, έτσι δεν είναι;».
Ο πατέρας χαμογέλασε, έκοψε ένα από κάθε είδος και του τα έδειξε: «Κοίτα καλά. Αυτά που στέκονται ψηλά είναι άδεια. Αυτά που γέρνουν το κεφάλι τους είναι εκείνα που είναι γεμάτα καρπό».
Ο άνθρωπος που είναι γεμάτος από πνευματικές αξίες και γνώση σκύβει το κεφάλι με ταπείνωση. Μόνο ο κενός άνθρωπος έχει ανάγκη να επιδεικνύεται.
<>
Ένας μοναχός ζούσε ολομόναχος σε μια απόκρημνη σπηλιά. Κάθε μέρα προσευχόταν ώρες ολόκληρες για τον κόσμο. Ένας περαστικός τον ρώτησε: «Τι κερδίζεις κλεισμένος εδώ; Η προσευχή σου δεν ακούγεται πουθενά». Ο μοναχός τον οδήγησε σε ένα πηγάδι και του ζήτησε να πετάξει μια πέτρα.
Μόλις η πέτρα άγγιξε το νερό, δημιουργήθηκαν κύκλοι που έφτασαν μέχρι τις άκρες του πηγαδιού. «Βλέπεις;» είπε ο γέροντας. «Η πέτρα έπεσε στο κέντρο, αλλά η κίνηση έφτασε παντού. Έτσι είναι η προσευχή: ξεκινά από την καρδιά, αλλά οι δονήσεις της αγγίζουν την άλλη άκρη της γης».
<>
Ένας ναυαγός σε ένα ερημονήσι προσευχόταν καθημερινά να σωθεί, αλλά καμία βοήθεια δεν ερχόταν. Μια μέρα, η μικρή του καλύβα άρπαξε φωτιά και κάηκε ολοσχερώς. «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» φώναξε απελπισμένος.
Λίγες ώρες μετά, ένα πλοίο πλησίασε το νησί. «Πώς με βρήκατε;» ρώτησε ο άντρας. «Είδαμε το σήμα καπνού που μας έστειλες», απάντησαν οι ναύτες.
Ο Θεός απαντά στις προσευχές μας με τρόπους που συχνά στην αρχή μας φαίνονται ως συμφορές.
<>
Ένας νέος παραπονιόταν ότι προσευχόταν και δεν ένιωθε καμία αλλαγή μέσα του. Ένας σοφός του έδειξε έναν βράχο πάνω στον οποίο έσταζε νερό από μια πηγή. «Κοίτα τον βράχο», του είπε. «Φαίνεται σκληρός και ανέπαφος. Αλλά μετά από χρόνια, το νερό θα του ανοίξει τρύπα».
«Η προσευχή είναι σαν αυτή τη στάλα. Μπορεί να μην βλέπεις το αποτέλεσμα σήμερα, αλλά σιγά-σιγά μαλακώνει τη σκληρή πέτρα της καρδιάς σου».
<>
Ένα κρύο πρωινό του χειμώνα, ένας εύπορος κύριος είδε ένα παιδί στον δρόμο να τρέμει, χωρίς παλτό και γάντια. Του έδωσε μερικά χρήματα και έφυγε γρήγορα. Λίγο πιο κάτω, είδε έναν φτωχό ηλικιωμένο να πλησιάζει το παιδί. Ο γέροντας δεν είχε χρήματα, αλλά έβγαλε τα δικά του παλιά, τρύπια γάντια και τα φόρεσε στο παιδί, τρίβοντας του τα χέρια για να ζεσταθεί.
Η φιλανθρωπία δεν μετριέται με το πόσα δίνεις από το περίσσευμά σου, αλλά με το πόσο «ζεσταίνεις» τον άλλον από το υστέρημά σου.
<>
Λέγεται ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, λίγο πριν πεθάνει, ζήτησε κάτι παράξενο για την κηδεία του: ήθελε να τον μεταφέρουν στο μνήμα με τα χέρια του έξω από το φέρετρο, ανοιχτά και άδεια, ώστε να τα βλέπουν όλοι.
«Θέλω ο κόσμος να δει», είπε, «ότι παρόλο που κατέκτησα όλη τη γη, φεύγω από εδώ με τα χέρια άδεια, ακριβώς όπως ήρθα».
Όσα μαζεύουμε στη γη μένουν στη γη. Η μόνη "αποσκευή" μας είναι οι πράξεις μας.
<>
Λέγεται ότι ένας άγγελος στεκόταν δίπλα σε δύο ανθρώπους που συζητούσαν. Ο ένας μιλούσε συνέχεια για τις αρετές του και τις καλές του πράξεις. Ο άλλος άκουγε σιωπηλός, κατεβάζοντας το κεφάλι με ταπείνωση.
Όταν έφυγαν, κάποιος ρώτησε τον άγγελο: «Ποιον από τους δύο ευλόγησες;». Ο άγγελος απάντησε: «Εκείνον που κράτησε την πόρτα της καρδιάς του κλειστή με τη σιωπή, γιατί μέσα εκεί η χάρη του Θεού έμεινε φυλαγμένη. Ο άλλος, με τα πολλά λόγια, άνοιξε την πόρτα και η χάρη "πέταξε" μακριά».
Η σιωπή προστατεύει τους πνευματικούς μας θησαυρούς από την κενοδοξία.
<>
Μια γυναίκα μαγείρευε κάθε μέρα μια μεγάλη κατσαρόλα φαγητό και την άφηνε στην αυλή της για όποιον πεινούσε. Ένας γείτονας την επέκρινε: «Δίνεις φαγητό σε ανθρώπους που μπορεί να είναι τεμπέληδες ή να σε κοροϊδεύουν». Εκείνη απάντησε: «Εγώ μαγειρεύω για την πείνα τους, όχι για τον χαρακτήρα τους. Η δική μου δουλειά είναι να δίνω, η δική τους είναι να είναι ειλικρινείς».
Η αληθινή φιλανθρωπία δεν βάζει όρους, ούτε κρίνει αν ο άλλος "αξίζει" τη βοήθεια.
<>
Ένας άνθρωπος ένιωθε δυστυχισμένος γιατί είχε χάσει τη δουλειά του. Κάθισε με έναν σοφό γέροντα και του είπε: «Δεν έχω τίποτα για να είμαι χαρούμενος». Ο γέροντας του έδωσε ένα χαρτί: «Γράψε: "Ευχαριστώ που βλέπω τον ήλιο", "Ευχαριστώ που τα πόδια μου με περπατούν", "Ευχαριστώ που έχω έναν φίλο να με ακούει"».
Όταν ο άντρας τέλειωσε τη λίστα, συνειδητοποίησε ότι ήταν "πλούσιος". Η θλίψη του δεν έφυγε επειδή άλλαξαν οι συνθήκες, αλλά επειδή άλλαξε η ματιά του.
Η ευγνωμοσύνη δεν εξαρτάται από το τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά από το τι προσέχουμε μέσα μας.
<>
Ένας άνθρωπος έκανε συνεχώς παράπονα και μιλούσε ακατάπαυστα για τα προβλήματά του. Ένας γέροντας του έδωσε ένα πολύτιμο βάζο και του ζήτησε να το γεμίσει με πέτρες. Καθώς ο άντρας τις πετούσε μέσα με θόρυβο, το βάζο ράγισε.
«Βλέπεις;» είπε ο γέροντας. «Οι πολλές λέξεις είναι σαν τις πέτρες. Αν δεν προσέχεις πώς τις χρησιμοποιείς, θα ραγίσουν την καρδιά τη δική σου και των άλλων. Η σιωπή είναι το χέρι που τοποθετεί τις λέξεις με προσοχή, ώστε να μη χαθεί η ομορφιά του βάζου».
Η σιωπή μας διδάσκει την αξία του λόγου. Όποιος ξέρει να σωπαίνει, ξέρει και πότε η λέξη του θα έχει βάρος.
<>
Δύο σκαλιστές έλαβαν από ένα κομμάτι ξύλο για να φτιάξουν μια εικόνα. Ο πρώτος δούλευε μόνο όταν είχε «έμπνευση», αφήνοντας το ξύλο να σκονίζεται για εβδομάδες. Ο δεύτερος δούλευε κάθε μέρα, έστω και για λίγο, σκαλίζοντας με προσοχή κάθε λεπτομέρεια.
Στο τέλος του χρόνου, ο πρώτος είχε ένα μισοτελειωμένο κομμάτι ξύλο. Ο δεύτερος είχε παραδώσει ένα αριστούργημα. «Πώς τα κατάφερες;» ρώτησε ο πρώτος. «Η έμπνευση με έβρισκε κάθε πρωί πάνω στη δουλειά», απάντησε ο δεύτερος.
Η εργατικότητα γεννά το ταλέντο. Η συνέπεια στην εργασία είναι αυτή που φέρνει την τελειότητα.
<>
Ένας ερημίτης βρήκε στο δάσος έναν πολύτιμο λίθο τεράστιας αξίας. Τον έβαλε στο σακίδιο του και συνέχισε τον δρόμο του. Την επόμενη μέρα συνάντησε έναν πεινασμένο οδοιπόρο και άνοιξε το σακίδιο για να του δώσει ψωμί. Ο οδοιπόρος είδε το διαμάντι και του το ζήτησε. Ο ερημίτης του το έδωσε αμέσως.
Μετά από λίγες μέρες, ο οδοιπόρος επέστρεψε και του έδωσε πίσω το διαμάντι. «Σου το επιστρέφω», είπε. «Θέλω να μου δώσεις αυτό που έχεις μέσα σου και σου επέτρεψε να μου χαρίσεις κάτι τόσο ακριβό χωρίς δεύτερη σκέψη».
Η εσωτερική ελευθερία αξίζει περισσότερο από κάθε θησαυρό.
<>
Φαντάσου ότι μια τράπεζα καταθέτει κάθε πρωί στον λογαριασμό σου 86.400 ευρώ. Όμως, υπάρχει ένας όρος: κάθε βράδυ, όσα χρήματα δεν ξόδεψες, διαγράφονται. Δεν μπορείς να μεταφέρεις το υπόλοιπο στην επόμενη μέρα. Τι θα έκανες; Θα ξόδευες και το τελευταίο σεντ, σωστά;
Αυτή η τράπεζα είναι ο Χρόνος. Κάθε μέρα σου χαρίζει 86.400 δευτερόλεπτα. Κάθε νύχτα, όσα δεν έζησες με αγάπη, δημιουργία ή προσφορά, χάνονται για πάντα.
Η ζωή δεν είναι το "αύριο", αλλά το πώς επενδύεις το "τώρα".
<>
Σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου υπήρχαν δύο ασθενείς. Ο ένας, που καθόταν δίπλα στο παράθυρο, περιέγραφε στον άλλον κάθε μέρα τις ομορφιές που έβλεπε: παιδιά να παίζουν, ἀγαπημένους να περπατούν, τον ήλιο να δύει. Ο άλλος ένιωθε ευτυχισμένος μόνο και μόνο που τα άκουγε.
Όταν ο πρώτος πέθανε, ο δεύτερος ζήτησε να πάει στη θέση του. Κοίταξε έξω και είδε μόνο έναν τυφλό τοίχο. Ο φίλος του τα φανταζόταν όλα για να δώσει χαρά και στους δύο.
Η ευτυχία είναι η ικανότητα να βλέπεις το φως ακόμα και εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο σκοτάδι.
<>
Ένας πατέρας παραπονιόταν ότι ο γιος του δεν τον άκουγε και έκανε συνεχώς αταξίες. Πήγε σε έναν σοφό και του είπε: «Του μιλάω ώρες ολόκληρες, του δίνω συμβουλές, αλλά δεν αλλάζει». Ο σοφός τον πήρε από το χέρι και τον έστησε μπροστά σε έναν καθρέφτη.
«Τι βλέπεις;» ρώτησε. «Τον εαυτό μου», απάντησε ο πατέρας. «Αν θέλεις το είδωλο στον καθρέφτη να γελάσει, πρέπει να γελάσεις εσύ πρώτος», είπε ο σοφός. «Το παιδί σου δεν είναι παρά ο καθρέφτης των δικών σου πράξεων, όχι των λόγων σου».
Τα παιδιά σπάνια ακούνε τι λέμε, αλλά ποτέ δεν αποτυγχάνουν να μιμηθούν αυτό που είμαστε.
<>
Μια παλιά ιστορία λέει για δύο φίλους που μάλωσαν άσχημα. Ο ένας, θυμωμένος, έσπασε ένα πολύτιμο βάζο του άλλου. Μετά από μέρες, πήγε να ζητήσει συγγνώμη. «Συγχώρεσέ με, το βάζο ήταν μοναδικό», είπε.
Ο φίλος του τον αγκάλιασε και απάντησε: «Το βάζο ήταν απλώς πηλός. Η φιλία μας είναι από χρυσάφι. Ο πηλός ξαναπλάθεται, αλλά η καρδιά του φίλου αν ραγίσει, δύσκολα γιατρεύεται. Ας κρατήσουμε το χρυσάφι».
Οι άνθρωποι είναι πάντα πιο σημαντικοί από τα αντικείμενα και τα δίκαια μας.
<>
Μια μητέρα ρώτησε έναν γέροντα: «Πώς μπορώ να προστατέψω το παιδί μου από το κακό που υπάρχει στον κόσμο;». Ο γέροντας άναψε μια καντήλα μέσα σε ένα δωμάτιο με ανοιχτά παράθυρα. Ο αέρας φυσούσε και η φλόγα τρεμόπαιζε.
Τότε, έβαλε γύρω από τη φλόγα ένα γυάλινο κάλυμμα. «Βλέπεις;» είπε. «Δεν μπορείς να σταματήσεις τον άνεμο (τον κόσμο), αλλά μπορείς να βάλεις γύρω από την ψυχή του παιδιού σου το γυαλί της πίστης και των αξιών. Έτσι, όσος άνεμος και να φυσάει, η φλόγα μέσα του θα παραμείνει αναμμένη».
Σκοπός της παιδείας δεν είναι να κρύψουμε το παιδί από τον κόσμο, αλλά να το οπλίσουμε με εσωτερικό φως για να αντέχει στις δυσκολίες.
<>
Ένας πλούσιος θέλησε να δοκιμάσει την τιμιότητα ενός φτωχού σιδηρουργού. Του έδωσε να φτιάξει ένα σιδερένιο κουτί και κρυφά έχωσε μέσα στις ενώσεις ένα χρυσό νόμισμα. Όταν ο σιδηρουργός τελείωσε τη δουλειά, βρήκε το νόμισμα. Έτρεξε αμέσως στον πλούσιο: «Κύριε, βρήκα αυτό το χρυσό στην εργασία μου, δεν μου ανήκει».
Ο πλούσιος του είπε: «Κράτα το, είναι δικό σου». Ο σιδηρουργός όμως απάντησε: «Αν το κρατήσω χωρίς να το έχω δουλέψει, κάθε φορά που θα τρώω, θα νιώθω ότι κλέβω τον εαυτό μου. Προτιμώ τα χέρια μου να είναι μαύρα από το κάρβουνο, αλλά η ψυχή μου λευκή».
Ο πλούτος της τίμιας εργασίας δεν μετριέται στην τσέπη, αλλά στην ηρεμία του ύπνου το βράδυ.
<>
Ένας μελισσοκόμος πουλούσε το μέλι του στην αγορά. Οι άλλοι έμποροι του έλεγαν: «Βάλε λίγο σιρόπι ζάχαρης μέσα, κανείς δεν θα το καταλάβει και θα βγάλεις διπλάσια κέρδη». Εκείνος αρνήθηκε. «Οι μέλισσες δουλεύουν σκληρά για να φτιάξουν το αγνό μέλι. Αν εγώ το νοθέψω, θα προδώσω τον δικό τους κόπο και τη δική μου πίστη».
Τα χρόνια πέρασαν και οι άλλοι έμποροι έχασαν τους πελάτες τους γιατί η απάτη αποκαλύφθηκε. Ο μελισσοκόμος όμως έγινε ο πιο σεβαστός άνθρωπος της περιοχής, γιατί όλοι ήξεραν πως ο λόγος του ήταν τόσο γλυκός και καθαρός όσο το μέλι του.
Η τιμιότητα είναι η καλύτερη επένδυση σε βάθος χρόνου.
<>
Ένας σοφός δίδασκε: «Ο πλούτος πρέπει να είναι σαν το ποτάμι, όχι σαν τη λίμνη. Το ποτάμι δέχεται νερό και το δίνει παρακάτω, γι' αυτό και το νερό του παραμένει φρέσκο και γεμάτο ζωή. Η λίμνη που κρατάει το νερό μόνο για τον εαυτό της, τελικά βρωμίζει και στερεύει».
Η ροή της προσφοράς είναι αυτή που διατηρεί την αξία του πλούτου. Όταν "δίνεις", ανοίγεις χώρο για να "λάβεις" νέα ευλογία.
<>
Ένας πλούσιος ρώτησε έναν γέροντα: «Γιατί να δίνω την περιουσία μου στους άλλους; Εγώ δούλεψα για να την αποκτήσω».
Ο γέροντας του έδειξε έναν οπωρώνα: «Κοίτα αυτά τα δέντρα. Παίρνουν από τη γη τροφή και νερό, αλλά τους καρπούς τους δεν τους τρώνε τα ίδια. Αν το μήλο έμενε πάνω στο δέντρο, θα σάπιζε και θα κατέστρεφε το κλαδί. Το δέντρο "διαχειρίζεται" τον πλούτο του δίνοντας τους καρπούς του, κι έτσι κάθε χρόνο βγάζει καινούργιους, πιο γλυκούς».
Η σωστή διαχείριση είναι να καταλάβεις ότι είσαι ο "οικονόμος" και όχι ο ιδιοκτήτης των αγαθών σου.
<>
Τέσσερα κεριά καίγονταν σιγά σιγά σε ένα δωμάτιο. Η ησυχία ήταν τόσο μεγάλη, που μπορούσες να τα ακούσεις να μιλούν.
Το πρώτο είπε: «Είμαι η Ειρήνη, αλλά οι άνθρωποι δεν με θέλουν». Και η φλόγα του έσβησε.
Το δεύτερο είπε: «Είμαι η Πίστη, αλλά οι άνθρωποι με ξέχασαν». Και η φλόγα του έσβησε.
Το τρίτο είπε: «Είμαι η Αγάπη, αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν πια χώρο για μένα». Και έσβησε κι αυτό.
Τότε μπήκε ένα παιδί και άρχισε να κλαίει βλέποντας το σκοτάδι. Το τέταρτο κερί του ψιθύρισε: «Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι η Ελπίδα. Όσο καίω εγώ, μπορούμε να ανάψουμε ξανά τα άλλα τρία!».
Όσο υπάρχει ελπίδα, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά. Με αυτήν μπορούμε να ξαναφέρουμε την ειρήνη, την πίστη και την αγάπη στη ζωή μας.
<>
Στην αρχαία Αθήνα, ο Δημοσθένης ήθελε απεγνωσμένα να γίνει ρήτορας. Όμως, είχε μια αδύναμη φωνή και τραύλιζε, με αποτέλεσμα ο κόσμος να τον κοροϊδεύει. Αντί να παραιτηθεί, έβαζε μικρά χαλίκια στο στόμα του και πήγαινε στην ακρογιαλιά. Εκεί, προσπαθούσε να μιλήσει πιο δυνατά από τον θόρυβο των κυμάτων.
Με την ακλόνητη θέλησή του, όχι μόνο θεράπευσε την ομιλία του, αλλά έγινε ο σπουδαιότερος ρήτορας της εποχής του.
Τα εμπόδια της φύσης υποχωρούν μπροστά στην επιμονή του ανθρώπινου πνεύματος.
<>
Ένας γέροντας άρχισε να σκάβει έναν τεράστιο λόφο που έκλεινε τον δρόμο προς το χωριό του. Οι γείτονες γελούσαν: «Πιστεύεις ότι εσύ, ένας αδύναμος γέρος, θα μετακινήσεις ολόκληρο βουνό;».
Εκείνος απάντησε ήρεμα: «Όχι, δεν θα το μετακινήσω εγώ σε μια μέρα. Αλλά κάθε φτυαριά που βγάζω, είναι ένα κομμάτι βουνού που δεν θα υπάρχει αύριο. Αν η θέλησή μου είναι σταθερή, το βουνό δεν έχει άλλη επιλογή από το να υποχωρήσει».
Η θέληση δεν χρειάζεται βιασύνη, αλλά αλύγιστη συνέπεια.
<>
Σε ένα τεράστιο εργοστάσιο, μια πανάκριβη μηχανή σταμάτησε να λειτουργεί. Κανένας τεχνικός δεν μπορούσε να τη διορθώσει. Κάλεσαν έναν παλιό μηχανικό. Εκείνος την κοίταξε για λίγο, πήρε ένα μικρό σφυρί και χτύπησε απαλά μια συγκεκριμένη βίδα. Η μηχανή πήρε μπρος αμέσως.
Όταν έστειλε τον λογαριασμό των 1.000 ευρώ, ο διευθυντής απόρησε: «1.000 ευρώ για ένα χτύπημα;».
Ο μηχανικός απάντησε: «Το χτύπημα με το σφυρί κοστίζει 1 ευρώ. Το να γνωρίζω πού έπρεπε να χτυπήσω κοστίζει 999 ευρώ».
Η αξία δεν βρίσκεται στον κόπο, αλλά στη γνώση που κατευθύνει τον κόπο μας σωστά.
<>
Ένας δάσκαλος ζήτησε από δύο μαθητές του να γεμίσουν ένα σκοτεινό δωμάτιο με το πιο πολύτιμο πράγμα που μπορούσαν να βρουν.
Ο πρώτος έφερε άχυρα και γέμισε το δωμάτιο μέχρι το ταβάνι, αλλά το δωμάτιο παρέμενε άβολο και σκοτεινό.
Ο δεύτερος έφερε μόνο ένα μικρό κερί και το άναψε. Το φως του (η γνώση) γέμισε κάθε γωνιά του δωματίου, κάνοντας τα άχυρα να φαίνονται άχρηστα.
Η γνώση είναι το φως που καταλαμβάνει όλο τον χώρο χωρίς να βαραίνει την ψυχή, διώχνοντας το σκοτάδι της πλάνης.
<>
Ένας άντρας βρήκε ένα παλιό, λασπωμένο αντικείμενο στον κήπο του και το χρησιμοποιούσε για να κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Ένας φίλος του, που γνώριζε από ιστορία, το είδε και του είπε: «Αυτό είναι ένα σπάνιο αρχαίο άγαλμα ανεκτίμητης αξίας!».
Τότε μόνο ο άντρας άρχισε να το προσέχει και να το φροντίζει.
Χωρίς τη γνώση, οι θησαυροί που έχουμε δίπλα μας ή μέσα μας παραμένουν κρυμμένοι και αναξιοποίητοι.
<>
Ένας δάσκαλος έβαλε ένα καθαρό γυάλινο δοχείο πάνω στο τραπέζι. «Αυτή είναι η αλήθεια», είπε. Μετά έριξε μέσα μελάνι (ψέμα) και το νερό μαύρισε. «Τώρα δεν βλέπετε τίποτα». Άρχισε να ρίχνει συνεχώς καθαρό νερό, μέχρι που το μελάνι ξεπλύθηκε και το δοχείο έγινε πάλι διάφανο.
Χρειάζεται πολύς κόπος για να καθαρίσεις το ψέμα, αλλά η αλήθεια πάντα έχει τη δύναμη να επικρατήσει αν επιμείνεις σε αυτήν.
<>
Ένας βασιλιάς έχτισε ένα ολόκληρο κράτος βασισμένο σε ψεύτικες υποσχέσεις και κολακείες. Το κάστρο του ήταν εντυπωσιακό, αλλά τα θεμέλια ήταν από άμμο. Μόλις ήρθε η πρώτη καταιγίδα της πραγματικότητας, όλα γκρεμίστηκαν. Ένας φτωχός σοφός δίπλα του είχε μια μικρή πέτρινη καλύβα (την αλήθεια), που δεν κουνήθηκε ούτε εκατοστό.
Το ψέμα χτίζει παλάτια που πέφτουν, η αλήθεια χτίζει θεμέλια που μένουν.
<>
Δύο φίλοι περπατούσαν στην έρημο και κάποια στιγμή μάλωσαν. Ο ένας χαστούκισε τον άλλον. Εκείνος, χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο: «Σήμερα ο καλύτερός μου φίλος με χαστούκισε».Συνέχισαν τον δρόμο τους και έφτασαν σε μια όαση, όπου ο φίλος που είχε δεχτεί το χαστούκι κινδύνεψε να πνιγεί, αλλά ο άλλος τον έσωσε. Τότε, εκείνος σκάλισε σε μια πέτρα: «Σήμερα ο καλύτερός μου φίλος μου έσωσε τη ζωή».Όταν τον ρώτησαν γιατί, απάντησε: «Όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο, για να το σβήνει ο άνεμος της συγχώρησης. Όταν όμως κάποιος μας ευεργετεί, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, για να μην το ξεχάσουμε ποτέ».
<>
Ένας άνθρωπος γύριζε όλο τον κόσμο ψάχνοντας έναν σοφό που θα του έδειχνε την αλήθεια. Μετά από χρόνια, βρήκε έναν ερημίτη σε μια σπηλιά. «Δείξε μου τον μεγαλύτερο εχθρό μου και τον μεγαλύτερο φίλο μου», του ζήτησε.Ο ερημίτης δεν είπε λέξη. Του έδωσε απλώς έναν παλιό, σκουριασμένο καθρέφτη. Ο άνθρωπος κοίταξε το είδωλό του. «Δεν βλέπω κανέναν, μόνο τον εαυτό μου», είπε απογοητευμένος.«Ακριβώς», απάντησε ο ερημίτης. «Μέσα σου κρύβεται εκείνος που μπορεί να σε καταστρέψει και εκείνος που μπορεί να σε σώσει. Μόνο αν γνωρίσεις ποιον από τους δύο ταΐζεις κάθε μέρα, θα βρεις την ειρήνη».
<>
Ένας περαστικός είδε έναν τεράστιο ελέφαντα δεμένο με ένα λεπτό σχοινί από το πόδι του. «Γιατί δεν το σπάει να φύγει;» ρώτησε τον εκπαιδευτή.«Όταν ήταν μωρό», απάντησε εκείνος, «το δέναμε με το ίδιο σχοινί. Τότε δεν είχε τη δύναμη να το σπάσει. Τώρα μεγάλωσε, αλλά πιστεύει ακόμα ότι το σχοινί τον κρατάει».
<>
Ένας άντρας νόμιζε πως ήταν ένας απλός, άσημος λίθος. Ζούσε με θλίψη, νιώθοντας άχρηστος. Μια μέρα, ένας σοφός τον πήρε στο ποτάμι και τον έπλυνε με προσοχή. Κάτω από τη λάσπη των ενοχών και της χαμηλής αυτοεκτίμησης, φάνηκε ένα λαμπερό διαμάντι.«Δεν σε έκανα εγώ διαμάντι», του είπε ο σοφός. «Ήσουν πάντα. Απλώς έπρεπε να βγάλεις τη λάσπη για να το δεις».
<>
Ένας διάσημος ζωγράφος έφτιαξε ένα αριστούργημα. Όταν ο κόσμος άρχισε να τον αποθεώνει, εκείνος είπε: «Μην επαινείτε εμένα. Εγώ είμαι απλώς το πινέλο. Το χέρι που με κατηύθυνε είναι ο Θεός και η ομορφιά που βλέπετε προϋπήρχε στον κόσμο».
Η ταπεινοφροσύνη μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε ότι τα χαρίσματά μας είναι δώρα που μας δόθηκαν για να υπηρετούμε το σύνολο, όχι για να τρέφουμε την αλαζονεία μας.
<>
Κάποτε ένας άνθρωπος προσπάθησε να εντυπωσιάσει έναν σοφό με τις γνώσεις του, μιλώντας ασταμάτητα. Ο σοφός άρχισε να του σερβίρει τσάι. Το φλιτζάνι γέμισε, αλλά ο σοφός συνέχισε να χύνει, με αποτέλεσμα το τσάι να τρέχει στο πάτωμα.«Σταμάτα! Δεν χωράει άλλο!» φώναξε ο άνθρωπος.«Όπως αυτό το φλιτζάνι», απάντησε ο σοφός, «έτσι κι εσύ είσαι γεμάτος από τις δικές σου λέξεις. Πώς μπορώ να σου προσφέρω τη σοφία της σιωπής, αν δεν αδειάσεις πρώτα τον εαυτό σου;».
Η σιωπή είναι το "άδειασμα" που μας επιτρέπει να γεμίσουμε με κάτι ανώτερο.
<>
Ένας γέρος πατέρας, λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε τους γιους του που μάλωναν συνέχεια. Τους έδωσε ένα λεπτό κλαδί και τους ζήτησε να το σπάσουν. Το έκαναν εύκολα. Μετά, έδεσε πολλά κλαδιά μαζί σε μια σφιχτή δέσμη. «Τώρα σπάστε τα», τους είπε. Όσο κι αν προσπάθησαν, δεν τα κατάφεραν.
Μόνοι σας είστε αδύναμοι σαν ένα κλαδί. Ενωμένοι όμως, είστε αλύγιστοι σαν τη δέσμη.
<>
Ένας στρατιώτης έφτασε σε ένα χωριό όπου οι κάτοικοι ήταν φοβισμένοι και έκρυβαν τα τρόφιμά τους. «Θα φτιάξω μια σούπα από πέτρα!» ανακοίνωσε. Έβαλε μια πέτρα σε ένα καζάνι με νερό. Περίεργοι οι χωρικοί, πλησίασαν. «Θα ήταν τέλεια με λίγο αλάτι», είπε ο στρατιώτης. Κάποιος έφερε αλάτι. «Λίγα καρότα θα βοηθούσαν», συνέχισε. Κάποια άλλη έφερε καρότα. Στο τέλος, ο καθένας πρόσφερε από κάτι μικρό και όλο το χωριό έφαγε το πιο νόστιμο γεύμα της ζωής του.
Η συνεργασία μετατρέπει το «τίποτα» σε «αφθονία» όταν όλοι προσφέρουν το ελάχιστο που μπορούν.
<>
Έχεις παρατηρήσει γιατί οι χήνες πετούν σε σχηματισμό "V"; Καθώς κάθε πουλί χτυπά τα φτερά του, δημιουργεί μια ανοδική ώθηση για το πουλί που ακολουθεί. Με αυτόν τον τρόπο, ολόκληρο το σμήνος αυξάνει την εμβέλεια πτήσης του κατά 71% περισσότερο από ό,τι αν κάθε πουλί πετούσε μόνο του. Όταν η πρώτη χήνα κουράζεται, πηγαίνει πίσω και μια άλλη παίρνει τη θέση της.
Η συνεργασία δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους· είναι νόμος της φύσης για την επιβίωση και την πρόοδο.
<>
Όταν ρώτησαν τον Τόμας Έντισον πώς ένιωθε που απέτυχε 1.000 φορές μέχρι να φτιάξει τον ηλεκτρικό λαμπτήρα, εκείνος απάντησε: «Δεν απέτυχα 1.000 φορές. Απλώς βρήκα 1.000 τρόπους με τους οποίους δεν φτιάχνεται μια λάμπα».
<>
Ένας νεαρός τοξότης απογοητεύτηκε γιατί αστόχησε πολλές φορές. Ο δάσκαλός του του είπε: «Αν πετύχαινες τον στόχο με την πρώτη, θα νόμιζες ότι είσαι τέλειος και θα σταματούσες να προπονείσαι. Η αστοχία σου είναι το δώρο που σε αναγκάζει να διορθώσεις τη στάση του σώματός σου και την αναπνοή σου».
<>
Ένας δάσκαλος σήκωσε ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ και ρώτησε τους μαθητές του: «Ποιος το θέλει;». Όλοι σήκωσαν το χέρι. Μετά, το τσαλάκωσε με δύναμη, το πέταξε κάτω και το πάτησε με το παπούτσι του. Το χαρτονόμισμα ήταν πια βρώμικο και τσαλακωμένο.«Το θέλετε ακόμα;» ρώτησε. Όλοι είπαν ναι.«Βλέπετε;» είπε ο δάσκαλος. «Όσο και να το πάτησα, η αξία του παραμένει 50 ευρώ. Έτσι και η δική σας αξία δεν αλλάζει επειδή η ζωή σας τσαλάκωσε ή κάποιος σας προσέβαλε. Παραμένετε πολύτιμοι».
<>
Ένα αυγό αετού βρέθηκε σε μια φωλιά κότας. Ο αετός μεγάλωσε μαζί με τα κοτόπουλα, έμαθε να κακαρίζει και να σκάβει το χώμα. Μια μέρα είδε έναν μεγαλοπρεπή αετό να πετάει στον ουρανό.«Τι είναι αυτό;» ρώτησε. «Είναι ο βασιλιάς των πουλιών», του είπαν, «αλλά εσύ μην κοιτάς εκεί, εσύ είσαι απλώς ένα κοτόπουλο». Ο αετός πέθανε πιστεύοντας ότι ήταν κοτόπουλο.
<>
Μια φορά, τα χρώματα του κόσμου άρχισαν να μαλώνουν για το ποιο είναι το πιο σημαντικό. Το Πράσινο έλεγε για τη φύση, το Μπλε για τη θάλασσα, το Κόκκινο για τη δύναμη. Ξαφνικά άρχισε να βρέχει. Τα χρώματα φοβήθηκαν και πιάστηκαν από το χέρι. Τότε σχημάτισαν το Ουράνιο Τόξο.
Κανένας δεν είναι πιο σημαντικός από τον άλλον. Μόνο όταν ενώνουμε τα χαρίσματά μας, μπορούμε να ομορφύνουμε τον κόσμο.
<>
Η χελώνα αποφάσισε να ανέβει στο ψηλό βουνό για να δει τον ήλιο να ανατέλλει. Τα άλλα ζωάκια γελούσαν: «Είσαι τόσο αργή, δεν θα τα καταφέρεις ποτέ!». Η χελώνα δεν τους άκουσε. Έκανε ένα βήμα τη φορά. Όταν κουραζόταν, ξεκουραζόταν, αλλά δεν γύριζε πίσω. Το πρωί, ήταν η πρώτη που είδε τα υπέροχα χρώματα του ουρανού από την κορυφή.
Δεν έχει σημασία πόσο αργά πηγαίνεις, αρκεί να μην σταματάς. Με υπομονή και προσπάθεια, όλοι οι στόχοι γίνονται δυνατοί.
<>
Σε έναν κήπο, ένα πανέμορφο ρόδο μεγάλωνε δίπλα σε έναν ακανθώδη ασπάλαθο (αγκάθι). Το ρόδο μοσχοβολούσε και όλοι το θαύμαζαν. Μια μέρα, ένα παιδί πήγε να κόψει το ρόδο, αλλά ο ασπάλαθος με τα αγκάθια του το προστάτεψε.Το ρόδο, αντί να καυχηθεί για την ομορφιά του, ευχαρίστησε το αγκάθι με ένα γλυκό χαμόγελο. «Χωρίς τη δική σου προστασία, η ομορφιά μου θα είχε χαθεί», είπε.
<>
Ένα παιδί ρώτησε τον παππού του: «Ποιο είναι το πιο δυνατό όπλο στον κόσμο;». Ο παππούς δεν του έδειξε σπαθιά ή κανόνια. Του ψιθύρισε τρεις λέξεις: «Παρακαλώ», «Ευχαριστώ» και «Συγγνώμη».«Αυτές οι λέξεις», είπε, «μπορούν να σταματήσουν θυμούς, να φτιάξουν φιλίες και να κάνουν τους λυπημένους να χαμογελάσουν. Είναι οι λέξεις που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη».
<>
Μια μικρή βάρκα ήθελε να βγει μόνη της στο ανοιχτό πέλαγος. «Μείνε κοντά στο λιμάνι», της έλεγε ο παλιός φάρος, «έρχεται καταιγίδα». Η βάρκα όμως νόμιζε πως ήξερε καλύτερα. «Θέλω να δω τον κόσμο, δεν φοβάμαι!» είπε και έφυγε.Μόλις απομακρύνθηκε, τα κύματα έγιναν θεώρατα και η βάρκα κόντεψε να βουλιάξει. Τότε κατάλαβε ότι ο φάρος δεν την περιόριζε για να της χαλάσει το παιχνίδι, αλλά για να την κρατήσει ασφαλή. Με δυσκολία επέστρεψε και από τότε άκουγε πάντα τη συμβουλή του. Οι κανόνες των γονιών είναι σαν το φως του φάρου: μας δείχνουν τον δρόμο για να μην χτυπήσουμε στα βράχια.
<>
Μια μικρή μέλισσα ήθελε να πετάξει μακριά από το μελίσσι, σε ένα λιβάδι που φαινόταν γεμάτο έντονα χρώματα. Η μητέρα της την προειδοποίησε: «Μην πας εκεί σήμερα, οι άνθρωποι έχουν ρίξει φάρμακα». Η μέλισσα όμως δεν άκουσε. Πήγε, αλλά μόλις άγγιξε το πρώτο πέταλο, ένιωσε τα φτερά της να βαραίνουν και να μην μπορεί να πετάξει.Χρειάστηκε πολύς κόπος για να την σώσουν οι άλλες μέλισσες. Από τότε έμαθε ότι η υπακοή στην εμπειρία των μεγαλύτερων είναι η μεγαλύτερη προστασία.
<>
Ένας χαρταετός πετούσε ψηλά και ένιωθε περήφανος. «Αν έσπαγε αυτό το σχοινί που με κρατάει», σκέφτηκε, «θα μπορούσα να φτάσω μέχρι τα αστέρια!». Μόλις το σχοινί κόπηκε, ο χαρταετός αντί να ανέβει ψηλότερα, άρχισε να πέφτει ανεξέλεγκτα μέχρι που κατέληξε σε μια λασπωμένη λακούβα.Τότε κατάλαβε ότι το σχοινί δεν τον εμπόδιζε, αλλά ήταν αυτό που του επέτρεπε να πετάει με ασφάλεια στους αιθέρες.
Η υπακοή είναι το "σχοινί" που μας κρατάει σε σύνδεση με την οικογένειά μας, επιτρέποντάς μας να ανεβαίνουμε ψηλά χωρίς να χάνουμε τον έλεγχο.
<>
Ένας παππούς φύτευε μια μικρή ελιά. «Γιατί την φυτεύεις;» τον ρώτησε ο εγγονός του. «Είναι τόσο μικρή που δεν θα προλάβεις να φας τους καρπούς της».Ο παππούς χαμογέλασε: «Εγώ έφαγα ελιές από δέντρα που φύτεψαν άλλοι πριν από μένα. Φυτεύω αυτή την ελιά για να βρεις εσύ και τα παιδιά σου ίσκιο και τροφή στο μέλλον».
<>
Ένας μύρμηγκας έπεσε στο ποτάμι και κινδύνευε να πνιγεί. Ένα περιστέρι που καθόταν σε ένα δέντρο, έκοψε ένα φύλλο και το έριξε στο νερό. Ο μύρμηγκας ανέβηκε πάνω και σώθηκε.Λίγο αργότερα, ένας κυνηγός σημάδευε το περιστέρι με το τόξο του. Ο μύρμηγκας, βλέποντας τον κίνδυνο, δάγκωσε τον κυνηγό στη φτέρνα. Εκείνος τινάχτηκε από τον πόνο, αστόχησε και το περιστέρι πέταξε μακριά σωμένο.
Κανένας δεν είναι τόσο μικρός που να μην μπορεί να βοηθήσει κάποιον μεγαλύτερο. Η καλή πράξη πάντα επιστρέφει.
<>
Δύο γείτονες είχαν ένα χαμηλό τοίχο ανάμεσα στα σπίτια τους. Αντί να τον ψηλώσουν για να κρυφτούν, αποφάσισαν να τον γκρεμίσουν και να φτιάξουν μια κοινή αυλή. Έτσι, όταν ο ένας αρρώσταινε, ο άλλος του έφερνε φαγητό. Όταν ο ένας είχε πολλή δουλειά, ο άλλος τον βοηθούσε. Η αυλή τους έγινε ο πιο όμορφος κήπος της περιοχής, γιατί την φρόντιζαν τέσσερα χέρια αντί για δύο.
<>
Όταν νιώθετε ότι θέλετε να παρατήσετε κάτι, υποσχεθείτε στον εαυτό σας να συνεχίσετε για μόνο 5 λεπτά ακόμα. Συχνά, αυτό το διάστημα αρκεί για να βρείτε ξανά τον ρυθμό σας.
<>
Ένας άντρας έκανε κουπί στη λίμνη του μέσα στην ομίχλη. Ξαφνικά, είδε μια άλλη βάρκα να έρχεται κατά πάνω του. Άρχισε να φωνάζει: «Πρόσεχε! Θα τρακάρουμε!». Η άλλη βάρκα συνέχιζε την πορεία της και τελικά έπεσε πάνω του.Ο άντρας έγινε έξαλλος και άρχισε να βρίζει τον άλλον κωπηλάτη. Όταν όμως η ομίχλη διαλύθηκε λίγο, είδε ότι η άλλη βάρκα ήταν άδεια. Είχε λυθεί από την όχθη και παρασυρόταν από το ρεύμα.
<>
Αυτό το ποίημα επικεντρώνεται στην πνευματική τύφλωση και στην τραγικότητα του να ζει κανείς σε έναν κόσμο γεμάτο σημάδια, αρνούμενος τον Σχεδιαστή τους:
Ο Ερημίτης του Λογισμού
Κάθεσαι μόνος σ’ ένα παλάτι φωτεινό,
με παράθυρα που βλέπουν σε πέλαγο τρανό,
μα κλείνεις τις κουρτίνες, σβήνεις το κερί,
και λες: «Το φως δεν υπάρχει, είναι μια θεωρία ξερή».
Ποιος φύτεψε τη δίψα για το δίκαιο και το αληθές,
σε μια καρδιά που λες πως είναι μόνο ύλη και σκιές;
Είσαι ο ταξιδιώτης που αρνείται τον χάρτη,
ενώ το πλοίο σου αρμενίζει με ορθό το κατάρτι.
Βλέπεις το ποίημα, μα αρνείσαι τον Ποιητή,
λες κι η αρμονία γεννήθηκε από μια σύγχυση τυφλή.
<>
Είναι ο Λόγος που αντηχεί σε κάθε μια στιγμή,
κι εσύ είσαι ο κωφός που αρνείται την οικουμενική ωδή.
<>
Κάθεσαι στην άκρη του αιώνα κρατώντας μια σμίλη από παγωμένη λογική. Χαράζεις πάνω στην πέτρα τη λέξη «Τίποτε» και περιμένεις η ηχώ να σε δικαιώσει.
Τό χέρι σου, που κινεῖται από την ορμή του αίματος, είναι ένας λαβύρινθος θαυμάτων, τόν ὁποῖο καμμία εξίσωση δεν κατάφερε να λύσει.
Λες πως ο κόσμος είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε μόνο του, πως τα γράμματα μπήκαν στη σειρά από έναν τυχαίο άνεμο. Μα η αρμονία του γαλαξία σε διαψεύδει κάθε βράδυ καί η ακρίβεια του κυττάρου γελά με την αμφιβολία σου.
Αν είσαι μόνο ένα βιολογικό ατύχημα, γιατί η ομορφιά σοῦ προκαλεί δέος; Μπορείς να αρνηθείς τον Ήλιο, μα δεν μπορείς να αρνηθείς τη ζεστασιά που σε τρέφει.
<>
Με τη σμίλη του «όχι» λαξεύεις το χάος, και λες πως ο κόσμος είναι τυφλός και τυχαίος.
Ἡ πλάση γιορτάζει κι ας μην το θωρείς· στο θαύμα τό ὁποῖο αρνείσαι, εσύ κατοικείς.
<>
Αν όλα είναι τυχαία, γιατί η ψυχή σου ζητά τα ωραία; Γιατί το «δίκαιο» σε καίει σαν φωτιά, αφού η ύλη δεν έχει καρδιά;
Αν είσαι ένας κώδικας, μια χημεία στεγνή,
πώς βρήκες το θάρρος για μια προσευχή;
Πώς μια σύμπτωση έμαθε να αγαπά,
να κλαίει, να ελπίζει, να κοιτά τα ψηλά;
Αρνείσαι τον Πλάστη, μα κλέβεις το φως Του,
για να φέξεις το δρόμο τον σκοτεινό σου.
Χρησιμοποιείς τη λογική που σου χάρισε Εκείνος,
για να πεις πως ο κόσμος Του είναι ένας θρήνος.
Ακόμα κι αν διώξεις τον Θεό απ’ το σπίτι,
Εκείνος σε περιμένει στου θανάτου την κοίτη.
<>
Ο Τυφλός Αριθμητής
Λύνεις την εξίσωση, μετράς την απόσταση,
μα έχασες του κόσμου την ιερή υπόσταση.
Βρήκες το «πώς» στα τροχιά των αστέρων,
μα αρνείσαι το «ποιος» των μεγάλων πατέρων.
Τεμάχισες το φως σε μήκη και κύματα,
κι έχασες τη λάμψη σε άψυχα σχήματα.
Λες πως η μουσική είναι απλώς δόνηση,
κι η αγία αγάπη μια τυφλή εκτόνωση.
Κρατάς το κλειδί μα αρνείσαι την πόρτα,
κοιτάς το λουλούδι μα βλέπεις μόνο χόρτα.
<>
Στέκεις μπροστά σε μια πύλη ανοιχτή,
μα λες πως ο δρόμος τελειώνει εκεί.
Κρατάς το βιβλίο, διαβάζεις τη λέξη,
μα αρνείσαι το χέρι που την έχει πλέξει.
Λες «είμαι τυχαίος, μια σκόνη στον χρόνο»,
και χτίζεις τη δόξα σου πάνω στον πόνο.
Αν είναι ο κόσμος μια τύχη βουβή,
γιατί η δικαιοσύνη σου μοιάζει ιερή;
Πώς γίνεται η ύλη, η κρύα κι η άψυχη,
να γεννάει θυσία;
Πώς μια σύμπτωση έμαθε να δακρύζει,
και το άδικο μέσα της να το γνωρίζει;
Ὁ Θεός δεν σωπαίνει επειδή Τον αρνείσαι,
είναι ο λόγος που ακόμα ελεύθερος είσαι.
Είναι η ανάσα που κλέβεις κρυφά,
για να πεις το δικό σου το «όχι» δυνατά.
<>
Κρατάς το φως που σου ’δωσε ο Ήλιος,
για να αποδείξεις πως το σκοτάδι είναι ο φίλος.
Μιλάς για «δίκαιο», για «αλήθεια» και «νόμο»,
σε έναν κόσμο που λες πως δεν έχει δρόμο.
Αν είσαι ένα λάθος της ύλης τυφλό,
γιατί το κακό σου φαίνεται βουνό;
Ποιος χάραξε μέσα σου την ηθική,
αφού η φύση είναι μόνο σφαγή;
Ὁ Θεός περιμένει, δεν βιάζεται διόλου,
πίσω απ’ το τείχος του δικού σου του δόλου.
Όταν ο θόρυβος του νου σου κοπάσει,
θα δεις πως το Θαύμα δεν έχεις χάσει.
<>
Λες πως ο θάνατος είναι ένας τοίχος,
πως μετά το τραγούδι δεν μένει ο ήχος.
Αν είναι έτσι, αν όλα τελειώνουν στο χώμα,
γιατί η αγάπη σου ζητάει κι άλλο ακόμα;
Πέτα το φόβο που τον λες «λογική»,
και δες την αλήθεια που μένει γυμνή:
Ο Θεός δεν ζητάει να Τον βρεις με το νου,
μα να Τον νιώσεις στο βάθος του «παντού».
<>
Πώς λες πως δεν υπάρχει Φως, επειδή κλείνεις τα μάτια;
Πώς λες πως δεν υπάρχει Οδός, σε σκόρπια μονοπάτια;
Αν είναι η σκέψη σου καπνός και η καρδιά σου χώμα,
γιατί το «πάντα» αναζητάς με το δικό σου στόμα;
Αρνείσαι τον Δημιουργό, μα κλέβεις τη χαρά Του.
Άνοιξε την καρδιά σου, πριν η λογική την κάψει,
κι άσε την πίστη μέσα σου το θαύμα να ανασκάψει.
<>
Έστησες θρόνο στο «εγώ», σε μια γωνιά του χρόνου,
και λες πως είσαι κύριος του κέρδους και του πόνου.
Λες «ο Θεός ἀπέθανε» ή «δεν υπήρξε διόλου»,
μα ζεις μες στη δική Του γη, τοῦ ἰδικοῦ Του θόλου.
Ἄν κλείνεις εσύ την καρδιά, Εκείνος σου τείνει το χέρι.
<>
Ἡ ανάσα τήν ὁποία ξοδεύεις για να πεις το «δεν υπάρχει», είναι δανεική απ’ τον Πλάστη σου, που σου την έχει δώσει.
Δεν λείπει ο Δημιουργός. Ἐσύ είσαι που κρύβεσαι στο σκοτάδι, φοβούμενος μη δεις το φως Του.
<>
Αρνείσαι τον Σχεδιαστή, μα προσκυνάς το νόμο,
που κρατά τους πλανήτες στον δικό τους δρόμο.
Πιστεύεις στο «μηδέν» με μια πίστη από ατσάλι,
λες κι η ανυπαρξία θα σου δώσει μια αγκάλη.
<>
Αν η καρδιά είναι αντλία, που απλώς το αίμα σπρώχνει,
γιατί ο πόνος μιας απώλειας τη ζωή σου λιώνει;
Η ύλη δεν αισθάνεται, η σκόνη δεν δακρύζει,
το άτομο δεν ξέρει τη χαρά, μά ούτε την ορίζει.
<>
Κυνηγάς την απόδειξη μες στο κρύο εργαστήριο,
μα η ζωή σου παραμένει ένα άλυτο μυστήριο.
Δεν είναι ο Θεός ο τύραννος που κόβει τη χαρά σου,
είναι ο Ήλιος που φωτίζει τα κρυφά τα όνειρά σου.
Η αθεΐα σου είναι φυλακή με τοίχους από εγώ,
που σε αφήνει διψασμένο σ’ έναν κόσμο δίχως νερό.
<>
Αν είναι η σκέψη σου απλώς της ύλης ένα λάθος,
γιατί το «γιατί» σου έχει τόσο βάθος;
Πέτα την άρνηση, το κρύο αυτό σεντόνι,
που την ψυχή σου μες στο κρύο την παγώνει.
<>
Πέτα το φόβο πως αν πιστέψεις θα χάσεις,
τη δική σου τη δύναμη και τις δικές σου τις βάσεις.
<>
Χρησιμοποιείς τη λογική, το θείο αυτό δώρο,
για να σκάψεις στο μηδέν έναν άχαρο χώρο.
<>
Αν ο άνθρωπος είναι μια σάρκα που λιώνει,
γιατί η αδικία τόσο πολύ σε πληγώνει;
Δεν είναι ο Θεός μια απλή φαντασία,
είναι ο Λόγος που δίνει στον πόνο ουσία.
Χωρίς Εκείνον, το δάκρυ σου είναι νερό,
μα μαζί Του είναι σκάλα για τον ουρανό.
<>
Είσαι ο κληρονόμος που αρνείται τη γενιά,
μα ζει μες στο παλάτι, στη ζεστή Του τη γωνιά.
Χρησιμοποιείς το πνεύμα που σου δόθηκε ως φως,
για να πεις πως ο Δημιουργός σου είναι απλώς καπνός.
<>
Ἄν υπάρχει ο Θεός, τότε υπάρχει κι ευθύνη,
κι η άρνησή σου είναι απλώς μια κρύα γαλήνη.
<>
Με τη λογική, τήν ὁποία σοῦ ἔδωσε, Εκείνον πολεμάς,
και το χέρι που σε κράτησε, εσύ το προσπερνάς.
Είναι ο Θεός που σου επιτρέπει ακόμα να Τον αρνείσαι,
περιμένοντας τη στιγμή που θα δεις ποιος πραγματικά είσαι.
<>
Ο Θεός δεν είναι απόδειξη σε μια λευκή σελίδα,
είναι το φως που νίκησε θανάτου την παγίδα.
<>
Πιστεύεις πως το «τίποτε» γέννησε τη σοφία,
πως το σκοτάδι διάλεξε να γίνει φωτοχυσία.
<>
Πώς η ύλη η αναίσθητη, η κρύα και η βουβή,
γέννησε σκέψη ελεύθερη και δίψα για ζωή;
Είσαι ο κωφός που κρίνει τη μεγάλη συμφωνία,
βλέποντας μόνο κινήσεις, μα καμμία ουσία.
<>
Αν είσαι ένα ατύχημα σε σύμπαν παγωμένο,
γιατί το δίκαιο ζητάς, το πολυαγαπημένο;
Ο Θεός δεν ζητάει να Τον βρεις με μια εξίσωση ξερή,
μα να Τον δεις να καθρεφτίζεται στη δική σου την ψυχή.
<>
Ο Θεός είναι η ανάσα που κλέβεις κρυφά,
για να πεις το δικό σου το «όχι» δυνατά.
<>
Είσαι ο γιος που ξεχνά τον πατέρα,
ενώ Εκείνος σου δίνει την κάθε σου μέρα.
<>
Ὁ Κωνσταντίνος καί ὁ Ἀλέξης, δυό φοιτητές, συζητοῦν. Ὁ Κωνσταντίνος ἰσχυρίζεται:
"Τό σύμπαν διαμορφώθηκε τυχαία, σάν συνέπεια μιᾶς σειρᾶς γεγονότων πού οἱ ἐπιστήμονες τά φωτίζουν ὅλο καί περισσότερο. Θά πρέπη νά εἶναι κανείς πολύ ἀφελής γιά νά πιστεύη ἀκόμα στή διήγησι τῆς Γενέσεως".
Ὁ Ἀλέξης ἀπαντᾶ, χαμογελώντας:
"Ὅσο γιά τήν τύχη, διάβασα χθές ἕνα πρωτότυπο ἄρθρο. Φαίνεται ὅτι γιά τόν πύργο του, ὁ Gustave Eiffel ἐπικαλέστηκε τήν τύχη. Μάζεψε ὅλους τούς ἐργάτες του, καί τούς ζήτησε νά φέρουν ὁ καθένας τους ἕνα ὁποιοδήποτε ὑλικό. Ὁ κάθε ἐργάτης θά ἔπρεπε ἔπειτα νά βάλη κάτω τό ὑλικό τό ὁποῖο εἶχε φέρει μαζί του καί ὁ Eiffel ἔρριξε κλῆρο. Συνέπεσε ὅλοι οἱ ἐργάτες νά φέρουν ἀπό ἕνα μέταλλο, τά μέταλλα νά εἶναι θαυμάσια συναρμολογημένα, κι ἔτσι νά προκύψη ὁ Πύργος τοῦ Eiffel! Κι ὅλα αὐτά, χωρίς κανένα ὑπολογισμό!".
Καί ὁ Ἀλέξης συνέχισε:
"Ἐσύ πού ἐκτιμᾶς τήν τέχνη καί τήν ποίησι, γνωρίζεις ὅτι ὁ Victor Hugo συνέγραψε τούς 'Ἀθλίους' του, τραβώντας τυχαία τά γράμματα μέσα ἀπό μιά μεγάλη σακκούλα; Ὅτι ὁ Leonardo da Vinci ζωγράφισε τήν Gioconda μέ τά μάτια κλειστά, γιά νά ἀφήση μεγαλύτερο χῶρο στήν τύχη; Ἡ τύχη εἶναι καί γιά τόν μηχανικό, καί γιά τόν ποιητή καί γιά τόν καλλιτέχνη!".
"Σίγουρα μέ κοροϊδεύεις!", ἀπάντησε ὁ Κωνσταντίνος.
Κάτι τέτοιες ἑρμηνεῖες φαίνονται γελοῖες, ἀλλά καί προσβλητικές γιά ἀνθρώπους ὅπως ὁ Eiffel, ὁ Hugo καί ἄλλοι. Ὡστόσο εἶναι ἀκόμα πιό ἀπίστευτο τό ἀνθρώπινο σῶμα νά εἶναι καρπός τῆς τύχης, ἤ ἡ εὐφυΐα καί ὅλες οἱ δεξιότητες τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι θέματα χάους.
Ὅσο γιά μᾶς, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες, ἐμεῖς ὑποκλινόμαστε μπροστά στή σοφία τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ.
K.
<>
«Ὅταν ὁ τάφος τοῦ Ἁγ. Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβίρ μετά τριετία ἄνοιξε, τό σῶμα βρέθηκε ἄφθαρτο, ἀκέραιο, ἀναλλοίωτο μέ τήν φυσική κινητικότητα ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ, σέ φυσικό χρῶμα χωρίς νά εἶναι ἀφυδατωμένο καί μέ τούς μύς τό λίπος καί τόν ὑποδόριο ἱστό, ἀκέραια!!!
Ἔτσι εἶναι μέχρι σήμερα...
Στό ἐπιστημονικό ἐργαστήριο τῆς Ἀκαδημίας Πολέμου τῆς Πετρουπόλεως, ἐξαντλήθηκαν οἱ ἐπιστήμονες νά βροῦν φυσική ἐπιστημονική ἑρμηνεία τῆς καταστάσεως τοῦ ἁγίου Λειψάνου. Στόν Ἅγ. Ἀλέξανδρο ἔβλεπαν τήν “ὑγιά ἀφθαρσία” τῆς ὑπομνήσεως τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος (θέωσι τοῦ σώματος-ἀφθαρσία λειψάνων) καί τήν ἔνδειξι-ἀπόδειξι τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως, ἀπό Αὐτόν πού διατηρεῖ, ἤδη ἀπό ἐδῶ καί τώρα, ἄφθαρτο τό σῶμα ἑνός Ἁγίου. Οἱ ἴδιοι ἐπιδιώκοντας μιά μηχανιστική φυσική “ἀφθαρσία” (νεκρός τοῦ Vladimir Lenin) εἶχαν παρά ταύτα νά ἀντιμετωπίσουν στήν “ἀσφάλεια” ἐργαστηριακῶν συνθηκῶν, πλεῖστα ὅσα προβλήματα. Τό ἄπορον ἔμενε γι᾽ αὐτούς ἄπορον.
Ὁ Θεός πού δίνει “πόρον, ἐν ἀπορίᾳ” ἦταν ὑπόθεσι κομματικῆς ἀπορρίψεως. Ἐνδεχόμενο... ἀκατάλληλο. Ἦταν... δύσχρηστος καί βλεπόμενος. Ὑλοποιόταν σ᾽ αὐτούς καί ἠ τραγωδία τῶν ἀνθρώπων πού κοιτάζουν τόν οὐρανό καί τόν βλέπουν ἄδειο καί δέν διανοοῦνται νά σκεφτοῦν τό ἐνδεχόμενο τῆς προσωπικῆς... μυωπίας!
Ἐρευνητική ὁμάδα ἀσχολεῖται μέ τό περίεργο λείψανο. Οἱ ἀπορίες ἀτελείωτες. Τό “μυστήριον οὐ φέρει ἔρευναν”. Καί μέσα σ᾽ ὅλα αὐτά, μιά γιατρίνα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, νά τόν ἀκούη νά τῆς λέη: “πάψε νά ἁμαρτάνης”! Τά δικά της ὅμως μάτια, τότε, εἶναι τόσο κλειστά ὥστε σάν ἄλλη Ἡρωδιάδα ἀντί νά τά ἀνοίξη, καταστρέφει μέ ἕνα νυστέρι τά βιολογικά μάτια τοῦ Ἁγίου!
Ὁ νεκρός Ἅγιος, πιό ζωντανός ἀπ᾽ τή γιατρό, βλέπει βαθύτερα καί χωρίς τά βιολογικά του μάτια, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι “νεκρά” κατά τό φαινόμενο, καί βοηθᾶ αὐτό τό πλάσμα νά βγῆ ἀπ᾽ τή σύγχυσι ἀξιῶν πού τό τυραννεῖ καί νά ὁμολογήση τελικά: “εἶς ἅγιος, εἶς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός”»(ΘΜ, 11).
<>
Δημήτριος Παναγόπουλος, ἱεροκήρυκας: «Ρωτοῦσε ἕνας μαθητής τόν καθηγητή του:
—Καί, τό Θεό ποιός Τόν δημιούργησε; Τί εἶναι Θεός;
Καί ὁ καθηγητής τοῦ ἀπάντησε:
—Εἶναι μεγάλο τό θέμα αὐτό, παιδί μου, καί πρέπει μιά ἄλλη μέρα νά σοῦ ἀπαντήσω.
Ὁ μαθητής θεώρησε, ὅτι ἤθελε ὁ καθηγητής νά τόν ἀποφύγη, γι᾽ αὐτό καί τοῦ ἀπάντησε ἔτσι. Ὅμως, μιά μέρα ὁ καθηγητής τόν κάλεσε σπίτι του. Κατέφθασε μέ μεγάλη χαρά ὁ μαθητής στό σπίτι του καί ἀφοῦ ἀπόθεσε τό καπέλο καί τήν καρντερόμπα του, κάθισε, στό σαλόνι. Τοῦ λέει σέ μιά στιγμή ὁ καθηγητής:
—Φέρε μου σέ παρακαλῶ τό καπέλο σου καί ἄφησέ το πάνω στό τραπέζι.
Τό ἔκανε ὁ μαθητής. Τοῦ δίνει τότε ὁ καθηγητής δύο μαντήλια καί δύο πετσέτες καί τοῦ λέει:
—Βάλτα αὐτά μέσα στό καπέλο.
Τά ἔβαλε. Τοῦ δίνει μετά καί ἕνα σεντόνι νά βάλη στό καπέλο. Ἀλλά τό σεντόνι δέν χωροῦσε στό καπέλο, ὅσο κάι νά προσπάθησε.
—Ὥστε τό καπέλο εἶναι ὁρισμένης χωρητικότητος, τοῦ εἶπε τότε ὁ καθηγητής.
—Ναί, συμφώνησε ὁ μαθητής.
—Καί τό κεφάλι σου, εἶναι ὁρισμένης χωρητικότητος καί δέν χωράει τό Θεό, τοῦ ἀπάντησε ἀφοπλιστικά ὁ καθηγητής»(ΠΔ, 81).
<>
«Βάδιζαν ἕνας Χριστιανός καί ἕνας ἄθεος κουρέας. Βρέθηκαν σέ μία συνοικία, στήν ὁποία ὑπῆρχαν σπίτια-τρῶγλες καί ἄνθρωποι, πού ἀγρίευες ὅταν τούς ἔβλεπες. Μπροστά σέ αὐτό τό θέαμα ὁ κουρέας ρωτάει τόν ἱερέα:
—Αὐτός εἶναι ὁ Θεός σας, πού κηρύτετε; Πῶς ἀνέχετε ὁ Θεός σας τά χάλια πού ὑπάρχουν στήν συνοικία αὐτή καί νά βρίσκωνται οἱ ἄνθρωποι, στή δυστυχία αὐτή; Τί Θεός ἀγάπης εἶναι, ὅπως λέτε, ὅτι εἶναι; Τέτοιο Θεό, ἐγώ ποτέ δέν τόν πιστεύω!
Ὁ Χριστιανός δέν μίλησε καί ἔτσι προχώρησαν πιό κάτω. Ἐκεῖ συνάντησαν ἕνα ἄνθρωπο ἄπλυτο, ἀτημέλητο, μέ μακρυά γένια καί μαλλιά. Δέν φαίνονταν κἄν τά μάτια του, ἀπ᾽ τήν τρίχα. Ἦταν ἕνας πραγματικός ἀγριάνθρωπος! Μέ ἀφορμή αὐτόν τόν ἄνθρωπο, λέει ὁ Χριστιανός στόν ἄθεο κουρέα:
—Δέν σέ βρίσκω ἐντάξει. Ἐσύ πῶς ἀνέχεσαι αὐτόν τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι ἀκούρευτος καί βρίσκεται σέ αὐτά τά χάλια;
—Γιατί μέ κατηγορεῖς, εἶπε μέ παράπονο ὁ κουρέας. Ἦρθε αὐτός σέ μένα νά τόν κουρέψω καί ἐγώ δέν τόν περιποιήθηκα;, συμπλήρωσε.
Καί τοῦ λέει τότε ὁ Χριστιανός:
—Ἐσύ μοῦ κατηγόρησες τό Θεό προηγουμένως γιά τά χάλια τῆς συνοικίας, ὅτι φταίει ὁ Θεός. Νόμιζα καί ἐγώ, ὅτι θά φταῖς καί ἐσύ τώρα βλέποντας αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἀκούρευτο. Ὅμως, ὅπως ὁ ἀκούρευτος δέν ἦρθε σέ σένα, ἔτσι καί οἱ ἄνθρωποι, πού δέν πῆγαν στό Θεό, βρίσκονται σέ ἐκεῖνα τά χάλια. Δέν φταῖς οὔτε ἐσύ, ἀλλά οὔτε καί ὁ Θεός γιά τά χάλια αὐτά...
Ἔσκυψε ὁ κουρέας τό κεφάλι του καί ἔφυγε χωρίς νά πῆ κουβέντα»(ΠΔ, 80).
<>
Σαν βλέπεις γύρω την πλάση, το φως και τη ζωή,
πώς λες πως όλα έγιναν τυχαία μια στιγμή;
Σε κάθε άνθος, σε κάθε άστρο η δόξα Του μιλά,
μονάχα ο τυφλός πιστεύει πως ο Θεός δεν κυβερνά.
<>
Στην έρημο της λογικής, όπου ο Θεός πεθαίνει,
η πίστη στέκει σαν πηγή που αιώνια προσμένει.
Λες «είναι τύχη η πλάση αυτή, τυχαίο το αστέρι»,
μα ποιος την τάξη έβαλε με αόρατο χέρι;
<>
Ο αθεϊσμός είναι γυμνός, ένας τοίχος παγωμένος,
που αφήνει τον οδοιπόρο μόνο και πλανεμένο.
Μα η πίστη είναι η φλόγα εκείνη, η κρυφή ελπίδα,
που δείχνει λιμάνι σίγουρο στη μαύρη καταιγίδα.
<>
Στην άκρη του γκρεμού στέκει ο άνθρωπος μονάχος,
θαρρώντας πως ο κόσμος του είναι μόνο πηλός και βράχος.
Κοιτάζει τ’ άστρα τ’ άπειρα και λέει «είναι τυχαία»,
μα η τάξη τους η μυστική είναι κρυφά ωραία.
<>
Δεν είναι τύχη η ομορφιά, δεν είναι σύμπτωση η αγάπη,
είναι το ίχνος του Θεού στου κόσμου το μονοπάτι.
Κι αν κλείνεις τώρα τα μάτια σου στο φως το μεσημέρι,
δεν παύει ο ήλιος να γελά και τη ζωή να φέρει.
<>
Άνοιξε την καρδιά σου, δες το θαύμα γύρω-γύρω,
από το απλό το χορταράκι ως του σύμπαντος τον μύρο.
Εκεί που η λογική σταματά και ο φόβος σε τυλίγει,
μια Θεία αγκαλιά σε περιμένει, την πόρτα να σου ανοίξει.
<>
Αν σβήσεις το καντήλι σου και μείνεις στο σκοτάδι,
θα χάσεις το μονοπάτι σου στου υλισμού το βράδυ.
Η πίστη δεν είναι δεσμός, μα φως που σε λυτρώνει,
από τη φυλακή του «εγώ» που την ελπίδα λιώνει.
<>
Η πλάση στέκει, μάρτυς σιωπηλός,
μια τάξη, ένας ρυθμός, ένα θαύμα αληθινό.
Ο άθεος βλέπει μόνο το κενό,
μα η ψυχή γυρεύει το φως το παντοτινό
<>
Στου κόσμου τη γιορτή, το φως της άνοιξης,
ποιος δίνει νόημα, ποιος την ομορφιά;
Ο άθεος κλείνει μάτια, μα η καρδιά του πονά,
γυρεύει μια ελπίδα, που δεν βρίσκει στην πλάνη αυτή.
<>
Στον κόσμο γύρω αν κοιτάξεις με καρδιά,
θα δεις του Κτίστη τα σημάδια ολοκάθαρα,
πως δεν γεννήθηκε η πλάση στην ερημιά,
μα από Αγάπη που ακτινοβολεί αθάνατα.
<>
Ποιο χέρι έπλασε το φως, ποιος έδωσε την πνοή,
σε μια καρδιά που πάλλεται και ζητάει τη ζωή;
Γιατί ζητάς το δίκαιο, την αγάπη, την ελπίδα,
αν είσαι μόνο ένα ναυάγιο σε μια στενή λωρίδα;
Κοίταξε την άνθηση, το κύμα, το αστέρι,
ποιος έβαλε στον άνεμο το αόρατο το χέρι;
Στην έρημο της λογικής, που ο ήλιος πια δεν λάμπει,
ζητάς να βρεις την ύπαρξη σε μια στεγνή αυταπάτη.
Σταματάς μπροστά στο άπειρο και λες «δεν είναι τίποτα»,
κι όμως η ανάσα σου ζητά τα αιώνια και τ’ ανείπωτα.
<>
No comments:
Post a Comment